1. Γιασμίν Πορδάκη - Ηδύποτα εν Κολωνάκι
Τό ξερα πως η μέρα θα πάει στραβά, το κατάλαβα απ' την αρχή, από που ξύπνησα έχοντας στο μυαλό μου το απαίσιο όνειρο που βλέπω όλον τον τελευταίο μήνα, πως δηλαδή είμαι καλυμένη ολόκληρη από πιτυρίδα και όταν παίρνει η Μαίρη ένα φτυάρι και την απομακρύνει σιγά-σιγά αρχίζει να αποκαλύπτεται ένα σώμα ζαρωμένο, γεμάτο βαθουλώματα και εξογκώματα, σαν να έχει κυριολεκτικά φτάσει η κυτταρίτιδα ως τον λαιμό και ακόμα παραπάνω, σαν να με έχει κάνει ολόκληρη δική της.
Σηκώθηκα στραβωμένη, θεέ μου, πάλι αυτό, τι θα γίνει, δεν θα με αφήσει ποτέ ήσυχη, μήπως θα πρέπει να δω κάποιον ειδικό, στο γραφείο τα κορίτσια μου είπαν πως ξέρουν ένα μέντιουμ που σπούδασε σε μια παγόδα παραψυχολογία και πως είναι πολύ καλό, τα βρίσκει με την μία όλα σε όσους τον επισκέφτόνται, αλλά δεν ξέρω, ίσως καλύτερα να περιμένω λίγο ακόμα πριν απευθυνθώ στην επιστήμη. Έτσι χαμένη την στιγμή που βαφόμουν ούτε που πρόσεξα πως αφηρημένη είχα πάρει ένα μολύβι κι αντί να το φέρω στα μάτια μου είχα ήδη ξεκινήσει να το τοποθετώ βαθιά μέσα στον κώλο μου, και ποιος ξέρει μέχρι ποιο σημείο θα είχα φτάσει αν εκείνη την στιγμή δεν χτυπούσε το ξυπνητήρι, που είχα ξεχάσει στο σνουζ, και με βγάλει απ' το ονειροπόλημα μου.
Είχε περάσει κιόλας μισή ώρα και εγώ δεν είχα κάνει τίποτα, και (πω πω!) είχα ξεχάσει πως έπρεπε πρώτα να περάσω απ' το μεταπτυχιακό να γραφτώ πριν πάω στην δουλειά. Εκείνη την ώρα στην τηλεόραση ο Βελλερεφόντης Πουστρίγκος πετούσε την ατάκα "δεν είναι κακό να κάνουμε τις μικρές επαναστάσεις μας πότε-πότε" και έτσι πήρα την τρελή απόφαση και είπα "θα βγω έτσι, άσοβάτιστη'' και μισο-γελώντας με την τρέλα που μου ρθε έτσι ξαφνικά πήρα τον δρόμο για έξω.
Στο μεταπτυχιακό με έγραψε ο Μήτσος που είχε ένα κονέ με την ΠΑΣΠ (αν και μετά μου είπε πως χρειάστηκε να μιλήσει και στον θείο του τον μητροπολίτη αλλά πιστεύω πως τα έκανε πιο δραματικά τα πράματα για να του υποχρεωθώ και να του δώσω κώλο) για να μπορώ να παίρνω άδειες απ την δουλειά. Κάναμε κάτι μαλακίες που δεν τις θυμάμαι τώρα αλλά είχε πλάκα, αν εξαιρέσεις τα άτομα που το παρακολουθούσαν που ήταν όλοι ή κάτι κουλτουριάρηδες ή κάτι κατίνες που όλη την ώρα με κοιτούσαν με φανερή ζήλια. Εγώ όμως, κυρία, και για καφέ πήγαινα μαζί τους και πρώτη ήμουν στον χαβαλέ και έκανα πως δεν καταλάβαινα για να τις κάνω να σκάσουν απ το κακό τους. Και τώρα που είπα κακό, το θυμήθηκα, ξέφυγα πάλι, κάτι έλεγα, α ναι!, λοιπόν, καλό το μεταπτυχιακό αλλά είχε το κακό πως μια στους έξι μήνες έπρεπε να πάω να γραφτώ. Κι αυτή η μία ήταν σήμερα.
Έφτασα για να δω πως έχουν απεργία αλλά δεν μάσησα. Χτύπησα την πόρτα και ύστερα την ξαναχτύπησα και την ξαναχτύπησα. Ένα άγαλμα που μ' είδε με λυπήθηκε και μου είπε πως έχουν απεργία και γω του απάντησα πως το ξέρω αλλά χτυπάω και δεν είναι κανείς. Του ξεκαθάρισα πως δεν είχα σκοπό να χαλάσω την απεργία, για μια εξυπηρετησούλα που δεν θα έπαιρνε πάνω από ένα λεπτό είχα έρθει, μια δουλίτσα που...Με έκοψε πως όταν έχουν απεργία δεν έρχονται καθόλου στην δουλειά και με πιάσαν τα διαόλια μου. Και τι, τσάμπα είχα έρθει δηλαδή; Στην Ιαπωνία όταν απεργούν κρεμάνε μια ταμπελίτσα, που την λένε κιμονό, στο κεφάλι τους που λέει απεργώ και δουλεύουν κανονικά, μου το είχε πει ο Μήτσος και το χα δει και σε ντοκιμαντέρ στο Σταρ όταν ήμουν στο νοσοκομείο για την σκωληκουειδίτη.
Αυτά φώναζα κυριολεκτικά έξω απ' τα ρούχα μου και βρέθηκαν και άλλοι και συμφωνούσαν και είπαν πως για αυτό δεν θα γίνουμε ποτέ ευρώπη και τα είπαμε για τα καλά και μετά θυμήθηκα πως έπρεπε να πάω απ' την δουλειά αλλά τι το θελα και κοίταξα τον πίνακα ανακοινώσεων και είδα το μάθημα που περίμενα πως το πέρασα με 5. Ο χαμηλότερος βαθμός, εγώ και τα κορίτσια μόνο είχαμε πάρει 5, και όλοι οι άλλοι 9άρια και 10άρια. Έγραφε και αιτιολογία πως αντιγράψαμε λέει.
Δεν άντεξα, πήρα τηλέφωνο τον Μήτσο εκεί μπροστά και του είπα "κοίτα να δεις, εγώ φεύγω απ το μεταπτυχιακό, τελείωσε" και ξέσπασα σε κλάματα (εσείς τι θα κάνατε δηλαδή;). Με τα πολλά μου είπε πως θα τα κανονίσει και θα βάλει έναν συνάδελφο του που είναι στο ΚΚΕ να του μιλήσει του καθηγητή και πως δεν πρέπει να ανησυχώ και η εγγραφή θα γίνει από ίντερνετ και θα την κάνει αυτός και με τα πολλά είπα "άντε, να πάει στο διάολο" και βγήκα στον δρόμο και στο αστικό που έτυχε να περνάει μπροστά μου καθρεφτίστηκα καταλάθως και πρόσεξα πως ήμουν ατημέλητη σαν λέτσος. Πίσω μου ένας μαλάκας μου έκανε νοήματα να πω στον οδηγό να σταματήσει, "βρε δεν γαμιέσαι, εσύ μας έλειπες τώρα" σκέφτηκα και προχώρησα αλαφιασμένη.
Πήγα μέχρι την πιάτσα των ταξί, χώθηκα γρήγορα σε ένα και του είπα να βιαστεί προς το σπίτι. Μπήκα και χωρίς καν να βγάλω το μπουφάν ξεκίνησα το συμμάζεμα, όντας πλέον σχεδόν βέβαιη πως η μέρα θα συνεχίσει το ίδιο άσχημα, όχι τόσο εξαιτίας του ωροσκόπου που δεν άφηνε πολλές ελπίδες, όσο για το δυσοίωνο σημάδι που έφερνε το μολύβι που μύριζε έντονα σκατίλα
2. Ανώνυμου - Σκατά στα μούτρα σας
Φαινόταν πως η μέρα θα πάει στραβά, μου την έκανε από την αρχή, όταν ξύπνησα για να κατουρήσω έχοντας στον νου την εντύπωση πως έχω κανά 2ώρο μπροστά μου και ξαναξάπλωσα κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού μου το ρολόι για να δω πως σε 5 λεπτά θα χτυπούσε ούτως ή άλλως το ξυπνητήρι, και μετά ξανακοιτώντας το ψάχνοντας έναν τρόπο για να αποδείξω πως το ένστικτο μου που λέει πως είναι νωρίς ακόμα δεν έχει λάθος, και μετά ζητώντας μια δικαιολογία για να το κλείσω το γαμημένο. Τελικά, μετά την αποτυχία όλων σύρθηκα ως το χαζοκούτι και έβαλα το κεφάλι κάτω απ την βρύση. Δεν τόλμησα να κοιτάξω τα παπλώματα, σκατά, πάνω που συζητούσα με τον φίλο μου τον Γιάννη που τον κλείσαν στο τρελάδικο και μου έλεγε πως όλα ήταν μια πλάκα και δεν είχε στιγμή χάσει το στίγμα που είχε πριν 15 χρόνια όταν τον γνώρισα τσακαλάκι φίνο, και γελούσε μαζί μου που το είχα χάψει σαν μαλάκας.
Τελείωσα βιαστικά την όποια προεργασία και βρόντηξα την πόρτα φτύνοντας το μαξιλάρι μου, προτού βρεθώ αντιμέτωπος με το πρωινό κρύο. Ούτε ήλιος ούτε συννεφιά ούτε βροχή ούτε χιόνι, από αυτόν τον καιρό από τις μέρες που λες και υπάρχουν καταλάθως στο ημερολόγιο, χωρίς λόγο και χωρίς ελπίδα κάτι που να έχει αξία να συμβεί, με μόνη αιτία να τις συμπεριλαμβάνουμε στο πρόγραμμα μας κάποια ανεξήγητη συνήθεια. Με την άκρη του ματιού μου είδα το αστικό να περνάει από μπροστά, έτρεξα φωνάζοντας μια τύπισσα να το κάνει νόημα να σταθεί λίγο, δεν το πρόλαβα και στάθηκα να περιμένω το επόμενο, 15 λεπτά χαμένα απ την ζωή σου ήταν η ατάκα που συμπλήρωσε την μιζέρια μου βοηθώντας με-οδηγώντας με σε επίπεδα που δεν δικαιολογούνταν από τις αντικειμενικές συνθήκες-να την ξεπεράσω, μετατρέποντας το περισσεύμα γκρίνιας σε στωικότητα και σε τάση για φιλοσοφική ενατένιση. Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε ο χρόνος, πως μπήκα στο γαμημένο όχημα, πως κατέβηκα από αυτό, πως άφησα την τσάντα μου στο γραφείο, πως πήγα στο κουζινάκι να φτιάξω καφέ.
Βρέθηκα στο γραφείο του καθηγητή μου για να κοιτάξουμε ένα θεματάκι όπως μου είχε προαναγγείλει. Με ρώτησε "εσύ δεν διόρθωσες τις εργασίες των μεταπτυχιακών", "ναι", "και βρή...", "και βρήκα 5 που ήταν η μία copy-paste από την άλλη", "είσαι σίγουρος;", "ναι", "και πως εξηγείς αυτό;" μου είπε και μου έδειξε ένα μέηλ από κάποια από τα εμπλεκόμενα άτομα. Ξεκινούσε ξεκαθαρίζοντας πως δεν έχει σκοπό να αμφισβητήσει την αυθεντία του καθηγητή, συνέχιζε με ένα ιντερμέτζο όπου περιέγραφε τα προσόντα της και την πορεία της στην ζωή, καταλήγοντας πως δεν υπήρχε περίπτωση να έκανε ποτέ την πράξη για την οποία την είχα κατηγορησει. Το κοίταξα εντυπωσιασμένος και ψιθύρισα αυθόρμητα "πω, πω!, σκέψου τι μούφες θα λέει στον άντρα της" και είδα τον δικό μου να σκάει στα γέλια. Σταμάτησε μετά από λίγο κι απότομα, σαν να μην ήταν σίγουρος αν το σχόλιο μου περιείχε κάποιου είδους προσβολής για αυτόν ή την τάξη του, σύντομα ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του και χωρίς να χάσει το καλοκάγαθο ύφος του είπε "οκ, θα το δω πως θα το χειριστώ" και επέστρεψα στο γραφείο μου.
Κατέληξα στον υπολογιστή μου, σε ένα βαρετό 8ώρο που δεν θα μου άφηνε ποτέ κάποιο σοβαρό αποτύπωμα στην μνήμη ακόμα και αν είχα την δυνατότητα να θυμάμαι με λεπτομέρεις όλες τις μέρες εκτός από μία, και έπειτα την έκανα. Έφτασα στο σπίτι κακόκεφος, άνοιξα και είδα ένα σημείωμα να με περιμένει. "Θα κοιμηθώ στο νοσοκομείο" έλεγε...μια φίλη της είχε χτυπήσει με την μηχανή της, οι γονείς της δεν είχαν μία και ήταν μακριά και το είχαν πάρει εργολαβία όλες της παρέας να μην φεύγουν απ' το πλάι της. Τα θυμήθηκα και φούσκωσα από περηφάνια για το μωρό μου, τόσο που κατευθείαν έφτιαξα το κέφι μου. Της τηλεφώνησα στα καπάκια, "θα ρθούμε μ' έναν φίλο να σας κεράσουμε έναν μπάφο στο προαύλιο, πες όποια άλλη τσούπρα είναι εκεί να κατέβει" και στο μεταξύ βρήκα την κοντινότερη μπύρα να μου κρατήσει παρέα.
Φύγαμε απ' τα κορίτσια και τραβήξαμε κατά την Ναυαρίνου. Ένα πρεζάκι μας ζήτησε ένα κατοστάρικο και του δώσαμε 20 χιλιάδες ευρώ, ύστερα, ένας κομμάτιας έλιωνε στο κράσπεδο, τον σηκώσαμε, τον ποτίσαμε τσάγια που θα τον φέρναν στα ίσια του κι ύστερα τον δώσαμε σε σμήνος από νεράιδες που υπόσχονταν πως θα τον φρόντιζαν καλύτερα κι απ' ότι περιμέναμε βλέποντας τες, μια παρέα γυφτάκια μάζεψαν τα νομίσματα που φεύγαν τσούρμο από τις χούφτες μας κι ύστερα απομακρύνθηκαν όταν με είδαν να σηκώνομαι. Με το πρώτο βήμα βρόντηξα το πεζοδρόμιο τινάζοντας μέχρι περίπου τον ουρανό τις πλάκες του, πριν ακόμα προσγειωθεί το δεύτερο είχα αρπάξει ένα αιχμηρό κομμάτι ίδιο με λάμα μαχαιριού, το έβαλα στο στόμα και με το βρόντηγμα όρμηξα μπροστά. Με ένα χρακ έσφαξα κάτι χιλιάδες, με μια κίνηση κάτι εκατομμύρια, αίμα κυλούσε σε ποτάμια που έμοιαζαν...
"Ξύπνα ρε" μου είπες, και εκσφενδονίστηκα έτοιμος να σφάξω τον πρώτο που θα ερχόταν στο κατόπι μου. "Εδώ, εδώ, εδώ είσαι" συνέχισες και αφού ξεφύσηξα δυο-τρεις φορές το κατάλαβα, στο νοσοκομείο, πω πω, κομμάτια γίναμε πάλι, και να φανταστείς πως η άλλη είναι υποτίθεται κλινήρης. "Την κάνω" ειπα και εξαφανίστηκα. Στον δρόμο κοντοστάθηκα να πάρω μια μπύρα και ροβόλησα κατά το σπίτι. Σε μια γωνία μια ξεβγαλμένη έβγαινε από ένα αμάξι. Μου ρθε να της ορμήξω να την βιάσω επί τόπου αλλά αποφάσισα να μην της κάνω την χάρη. "Προλετάριοι ρε μουνιά, γαμώ την ζωή σας" κατέληξα και τρέκλισα μέχρι το οίκημα που μου είπαν να λέω σπίτι μου....δεν ήταν τόσο άσχημη μέρα τελικά...