Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

A la Bastille!

Περιμένω το τελευταίο διάστημα να διαβάσω σε κάποιο από τα δεκάδες μπλογκς, αρδοσάιτ, αναλυτοσάιτ και αλητοσάιτ έναν παραλληλισμό που μου έχει κολλήσει στο μυαλό εδώ και 1 χρόνο...επειδής δεν είναι η ειδικότητα μου και φοβάμαι μην πέσω σε κανένα τεχνοκρατικό αμάρτημα έκανα υπομονή και έλεγα "όλο και κάποιος θα μου κάνει την χάρη"...επειδής όμως βαρέθηκα να περιμένω, επειδής σήμερα βαριέμαι γενικώς και έχω όρεξη να γράψω ένα σεντόνι ειδικώς, και αφού ακόμα δεν το έχω δει γραμμένο πουθενά, σπεύδω και το γράφω εγώ...πρόκειται για τις ομοιότητες της κατάστασης της Ελλάδας του 2010 με την Γαλλία του 1780...παρακαλώ πολύ να με κρίνετε επιεικώς και έχοντας στον νου σας πως από οικονομικά δεν γρικάω...

Ξεκινάμε με μια παράθεση των βασικών δομικών στοιχείων της τότε γαλλικής και της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, προσπαθώντας να αναδείξουμε τις ομοιότητες τους...πρώτα απ' όλα σε σχέση με τον λαό, με την μάζα που λαίναι...υπάρχει η γενική παρανόηση πως την γαλλική επανάσταση την έκανε ένας λαός που ήταν μόνιμα εξαθλιωμένος, πως δηλαδή ήταν το ξαφνικό ξύπνημα, μετά από έναν ύπνο αιώνων, κάποιων από πάντα κουρελήδων...αυτό είναι ψευδές...ο γαλλικός λαός τον 18ο αιώνα παίζει να είχε το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο (αν όχι, είχε το δεύτερο μετά την αγγλία) στην ευρώπη...π.χ. την ίδια εποχή που στο μεγαλύτερο τμήμα της ευρώπης ήταν θεσμοθετημένη η δουλοπαροικία, ο γάλλος αγρότης ήταν ελεύθερος μικροκαλλιεργητής σε εκτάσεις που επαρκούσαν για την (μέσα στα πλαίσια του 18ου αιώνα) άνετη διαβίωση του...αντίστοιχα με τον ελληνικό λαό, που βιώνει μια ραγδαία επιδείνωση του υψηλού βιωτικού επιπέδου του, και ο γαλλικός λαός πέρασε τα ίδια στην πορεία του προς το 1789...στην κρίση που βίωνε η γαλλία για πάνω από μια δεκαετία ο πρώτος που θυσιάστηκε ήταν ο γάλλος πολίτης, ο οποίος με την υπερ-φορολόγηση και την υφαρπαγή των αγαθών του από το κράτος, αλλά και λόγω συγκυριών της τύχης, αφού έτυχε να έρθουν μαζεμένες κακιές σοδειές (όπως στην ελλάδα η διεθνής συγκυρία επιδεινώνει την κατάσταση), σταδιακά εξαθλιώθηκε και ήρθε στα επίπεδα της μάζας που τον γνωρίσαμε στην ιστορία της γαλλικής επανάστασης...

Το σημαντικό εδώ δεν είναι οι συμπτώσεις ή οι λεπτομέρειες, οι οποίες αναπόφευκτο είναι σε κάποια σημεία να διαφέρουν, αλλά το ότι οι "άθλιοι" του ουγκό δεν ήταν πάντα έτσι, αλλά έγιναν λόγω μιας οικονομικής κρίσης, ακριβώς όπως ο ελληνικός λαός σιγά-σιγά μετατρέπεται σε μια μοντέρνα εκδοχή των αθλίων...ο λαός που εξεγέρθη το 1789 είχε μνήμη καλύτερων εποχών, όπως έχει και ο ελληνικός σήμερα

Πρόσθετα, η γαλλία του 18ου αιώνα είχε ένα τεράστιο ποσοστό κλάιν και γκράντε αριστοκρατών...συνολικά εκτιμάται πως το 5% του γαλλικού πληθυσμού ανήκαν στην αριστοκρατία, ποσοστό υπερβολικά μεγάλο για την εποχή, επαρκές όμως για να αντιπαρατεθεί με το ποσοστό των βολεμένων της σημερινής ελληνικής κοινωνίας...ο κύριος λόγος για αυτή την πληθώρα ήταν πως ο δρόμος για να ενταχθεί κάποιος στην αριστοκρατία ήταν ανοιχτός, αρκεί να είχε κάποιος αρκετά λεφτά να αγοράσει την ανέλιξη του...όπως και σήμερα, έτσι και τότε το μόνο πράμα που χρειαζόταν για να μπει κάποιος στην κάστα των βολεμένων ήταν ένα καλό λάδωμα...η διαφορά είναι πως τότε γινόταν επίσημα, σήμερα γίνεται κάτω απ' το τραπέζι...

Έτσι, στην εποχή του λουδοβίκου καπέτ του 16ου οι περισσότερες μεσαίες προς ανώτερες δημόσιες θέσεις δεν καλύπτονταν με διορισμό, εκλογές ή άλλο τρόπο αλλά πωλούνταν...γινόταν πλειστηριασμός, και όποιος έδινε τα περισσότερα γινόταν π.χ. αββάς ή κοινοτάρχης ή οτιδήποτε παπαράρχης...ο νόμος έλεγε πως μαζί με την θέση που εξαγόραζες, έπαιρνες και τον τίτλο που η θέση αυτή κουβαλούσε, τίτλος που έμενε σε εσένα και κληρονομούνταν στα παιδιά σου...έτσι, όποιος είχε λεφτά μπορούσε να γίνει μέλος της ελίτ και να μεταβιβάσει αυτή του την ιδιότητα και στους απογόνους του...ομοίως, στην ελλάδα, όποιος έχει λεφτά μέσω ενός μικρού ή μεγάλου λαδώματος (όσο πιο μεγάλος ο τίτλος, τόσο πιο μεγάλο το απαιτούμενο ποσό) μπορεί να εξασφαλίσει την είσοδο αυτού και των απογόνων του μέσα στην ελληνική ελίτ, η οποία όπως κάθε αριστοκρατία που σέβεται τον εαυτό της εξασφαλίζει μερικά ή ολικά οικονομική ευμάρεια, πολιτική δύναμη, κοινωνική αναγνώριση και νομική ασυλία...ένα παράδειγμα (πραγματικό, όχι απ την φαντασία μου): πριν από 1 χρόνο διορίστηκε σκανδαλωδώς και με κάκιστο βιογραφικό σε πανεπιστήμιο η κόρη ενός σαλονικιού ξενοδόχου...για να γίνει αυτό, χρειάστηκε ο μπαμπάς να χαρίσει για κάποια χρόνια δωρεάν διακοπές στο ξενοδοχείο του σε πολλά μέλη του συμβουλίου που την εξέλεξε...τώρα, η κόρη έγινε πανεπιστημιακός, μια θέση που όπως όλοι ξέρουμε μπορεί να μεταβιβάσει στα παιδιά της...επίσης, μπορεί αν θέλει να ανελιχτεί και άλλο στην ιεραρχία της αριστοκρατίας και να γίνει πολιτικός, ή "πνευματικός άνθρωπος" (γενικά κι αόριστα), διανοούμενη, δημοσιογράφος, γενική γραμματέας σε υπουργείο, διευθύντρια οργανισμού ή έστω να χρησιμοποιήσει τα κονέ της για να εκδόσει βιβλία ή να βγει να χορέψει στην τηλεόραση...

Η ομοιότητα όμως των 2 τάξεων δεν αφορά μόνο στατικές έννοιες όπως η δομή τους, αλλά και δυναμικές, δηλαδής, τον τρόπο που αντέδρασαν και οι δύο στην κρίση της χώρας τους...και η γαλλική και η ελληνική αριστοκρατία, βλέποντας την κρίση να μειώνει τις ευκαιρίες, το πρώτο πράμα που έκαναν (ζήτησαν και πέτυχαν, εφόσον έχουν τεράστια δύναμη) είναι να κλείσουν την τάξη τους, να κλειδαμπαρωθούν στην ασφάλεια τους, σφαλίζοντας όλες τις διόδους ανέλιξης που μέχρι τότε είχαν οι αστοί....όπως λένε στο ελλαδιστάν του 2011, όσοι βολεύτηκαν βολεύτηκαν...

Αυτό βεβαίως, και στις δύο χώρες, γάμησε την κατακαημένη την αστική τάξη, μια ασθενική τάξη που έχει συνηθίσει να καταπιέζεται από την υπερτροφική αριστοκρατία...η διαφορά είναι πως στην γαλλία η αδυναμία της βρισκόταν στο ότι ακόμα δεν είχε έρθει η ώρα της, στην ελλάδα η καχεκτικότητα της οφείλεται στο ότι ποτέ δεν αναπτύχθηκε από τα κάτω αλλά ήταν μια τάξη που επιβλήθηκε με το ζόρι από τους συνήθως δυτικόφιλους κυβερνώντες της χώρας....έτσι, η αστική τάξη στην ελλάδα δεν ζήτησε ποτέ την πραγμάτωση του ιστορικού της ρόλου, όντας προδομένη από το εσωτερικό της, αφού τα ίδια της τα μέλη δεν την βλέπαν παρά σαν ένα σκαλοπάτι προς την είσοδο τους στην "γη της επαγγελίας των βολεμένων" (ούτε καν διακριτά πολιτισμικά χαρακτηριστικά δεν μπόρεσε να αποκτήσει...όπως έλεγε κι ο Άσιμος, "(όνειρο του ελληνα) να πάει στα μπουζούκια αγκαλιά με τον τέλη τον σαββάλας και να φάει, να φάει, να φάει")...

Εδώ υπάρχει μια διαφορά μεταξύ των 2 περιπτώσεων, αφού την παραδοσιακή ελληνική αστική τάξη φαίνεται να μην την πολυνοιάζει η καταπίεση από την ελίτ...αυτή η διαφορά κόντεψε να άμβλυνθει τα τελευταία χρόνια μέσω της παγκοσμιοποίησης και της ανόδου του ελληνικού βιοτικού επιπέδου, οπότε και δημιουργήθηκε μια νέα γενιά για πρώτη φορά δυτικοποιημένη, που άρχισε να στελεχώνει μια ελληνική αστική τάξη, που από τα κάτω συνέκλινε με την αντίστοιχη ευρωπαική...έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε πως παρά-τρίχα θα είμασταν μπροστά σε μια νεο-σχηματισμένη νεοσχηματισμένη αστική τάξη, αν δεν ερχόταν, πριν προλάβει αυτή η καημένη να βγει στο φως, η αυξανόμενη πίεση της αμυντικά φερόμενης αριστοκρατίας να την συντρίψει πάνω στην όλο και πιο πολυπληθή "λαική μάζα", μετατρέποντας την σε μια "δυνητική αστική τάξη" που ποτέ δεν πήρε την θέση της...

Ο Λεφέμπβρ στην ιστορία της γαλλικής επανάστασης αναφέρει μια ατάκα από του ημερολόγιο του μετέπειτα εκ των ηγετών των επαναστατημένων αστών Μπαρνάβ, ο οποίος λίγα χρόνια πριν το ξέσπασμα της γράφει για τις επαγγελματικές/κοινωνικές διεξόδους του "the roads are blocked in every access"...το σχόλιο αυτό, το τόσο ταιριαστό με την κατάσταση τρισεκατομμυρίων ελλήνων νέων, και η μετέπειτα πορεία του Μπαρνάβ δείχνουν και την μοίρα της ελληνικής (νεολαιίστικης) αστικής τάξης, ο ηγετικός ρόλος που η γαλλική αντίστοιχη της έπαιξε στην επαναστατική συνέχεια, γεννάει μια δικαιολόγηση της τωρινής πλήρους απουσίας ηγετών που να μπορούν να δώσουν όραμα στον κόσμο στην ελλάδα...το κύριο στρώμα που μπορεί να δημιουργήσει ηγέτες δεν μπορεί να το κάνει ακόμα όχι τόσο λόγω ηλικίας (αν και σίγουρα παίζει ρόλο) όσο γιατί τουλάχιστον προς το παρών δεν έχει καν καταφέρει να υπάρξει!

Αν επιπλέον εξετάσουμε τις ηγεσίες των 2 χωρών, τότε θα δούμε πως, σε επίπεδο προσώπων, ο καπέτ ο 16ος θεωρείται από τους πιο ηλίθιους κυβερνώντες στην ιστορία της ανθρωπότητας...ο παπανδρέου ο 3ος τον κοντράρει στο χαλαρό...δεν είναι όμως μόνο αυτοί...και οι από γύρω τους, η αυλή (στην περίπτωση της ελλάδας αυτή περιλαμβάνει και ΟΛΗ την βουλή) μπορεί να διαφέρει ή να διαφωνεί σε πολλά δευτερεύοντα πράματα αλλά την βρίσκουμε ενωμένη στα βασικότερα: στην μηδενική αίσθηση καθήκοντος, στην πλήρη αδιαφορία για το κοινωνικό σύνολο, στην αποκλειστική ενασχόληση με την προσωπική της βόλεψη...οι βερσαλλίες μετονομάστηκαν βουλή, η ίντριγκα μικροπολιτική και η μαρία αντουανέτα πάγκαλος, πλήν αυτών (και ενός θεατρινισμού που θέλει την σύγχρονη αυλή να καμουφλάρει τα συμπόσια της σε "συσκέψεις για το καλό του έθνους") καμία αλλαγή δεν υπάρχεί στα βασικά χαρακτηριστικά της ηγεσίας...η ανεπάρκεια της γαλλικής ηγεσίας έγινε εμφανής καθώς η κρίση οξυνόταν, μοιραία οδηγώντας την σε ατολμία μπροστά σε μεγάλες αποφάσεις, αβουλία, άρνηση της πραγματικότητας και αναβλητικότητα, και τέλος, στην αμφιταλάντευση μπροστά στο τι να διαλέξει σε μια lose-lose κατάσταση, την αυτοκατάργηση ή την αντιμετώπιση της λαικής οργής...η ανεπάρκεια της ελληνικής ηγεσίας, πλέον εμφανής στο σύνολο του ελληνικού λαού, την οδηγεί στα ίδια μονοπάτια...

Τέλος, σε σχέση με τα αίτια της κρίσης έχουμε τις εξής όμοιες εικόνες: το μεγάλο γαμήσι της ελλάδας άρχισε όταν για λόγους εθνικής ψωροπερηφάνιας διοργανώσαμε τους ολυμπιακούς αγώνες, γεγονός που μας χάρισε αρκετούς χαπακωμένους ρωσοπόντιους και μας άφησε επιεικώς καταχρεωμένους...το μεγάλο γαμήσι της γαλλίας άρχισε όταν για λόγους εθνικής ψωροπερηφάνιας επιχορήγησε τον πόλεμο ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, γεγονός που τους χάρισε το όνομα της γαλλίας στις τηγανιτές πατάτες και τους άφησε ακόμα πιο καταχρεωμένους (βεβαίως, η πιασοκωλίδικη εθνική ψωροπερηφάνια ήταν και είναι για τον λαό, η ελίτ και στις δύο περιπτώσεις θησαύρισε)...η κρίση στην γαλλία οξύνθηκε και έφτασε στο απροχώρητο μετά από τραγικά μεγάλες σπατάλες της αυλής, προς όφελος δικό της πρώτα και της ευρύτερης αριστοκρατίας στην συνέχεια...η κρίση στην ελλάδα οξύνθηκε με τον ίδιο τρόπο...

Υπάρχει βέβαια και η διαφορά, πως στην ελλάδα κομμάτι της σπατάλης πήγε προς τον λαό, ανεβάζοντας το βιοτικό του επίπεδο παραπάνω από αυτό που τον έπαιρνε...έστω κι αν αυτό είναι το άλλοθι της εξουσίας, δεν παύει να είναι αληθινό...κι αυτή δεν είναι η μόνη διαφορά των 2 χωρών...όμως, σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε πως οι δύο περιπτώσεις μοιάζουν αρκετά, οπότε, έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε τα τελευταία στάδια της κρίσης στην γαλλία, για να δούμε τι θα μπορούσε να γίνει στην ελλάδα αν ακολουθούσε την ίδια πορεία:

Το 1786, τρία χρόνια πριν την επανάσταση, ένας διορισμένος "τεχνοκράτης" υπουργός οικονομικών, με σκοπό να βάλει σε τάξη την οικτρή κατάσταση στην χώρα, και εφόσον το έλειμμα ήταν τεράστιο (στον μοναδικό προυπολογισμό που έγινε από το παλιό καθεστώς, το 1788, το έλειμμα ήταν στο 20% (καλά είμαστε προς το παρών)) και ένα πολύ μεγάλο μέρος των εξόδων ήταν δόσεις σε δάνεια (σας θυμίζει κάτι;) παρουσίασε ένα πρόγραμμα να ισοσκελίσει τα έσοδα με τα έξοδα μέσω της αύξησης των πρώτων......ο λαός όμως ήταν ήδη τόσο εξαθλιωμένος, που ήξερε πως δεν μπορούσε να στηριχτεί σε αυτόν, οπότε αναγκαστικά πρότεινε για πρώτη φορά να φορολογηθούν στα σοβαρά η αριστοκρατία και η εκκλησία...οι τελευταίοι αντέδρασαν και τον στείλαν από κει που ήρθε, αλλά η πραγματικότητα παρέμεινε...οι διάδοχοι του για τα επόμενα 2 χρόνια συνεχώς επανέρχονταν στην φορολόγηση της ελίτ, με την τελευταία να αρνείται πεισματικά να συνεισφέρει...έτσι, σιγά-σιγά δημιουργήθηκε ένα ρήγμα μεταξύ αυλής και ευρύτερης αριστοκρατίας, η οποία έφτασε στο σημείο να εξεγερθεί το 1788...η εξέγερση των αριστοκρατών ήταν σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη, και η επανάσταση σε ελάχιστο χρόνο μεταφέρθηκε από τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας στα μέσα και τέλος στον λαό και στην γνωστή σε όλους μας επανάσταση...

Μια επανάληψη του φαινομένου στην ελλάδα θα μπορούσε να είναι η εξής: για τα επόμενα 4-5 χρόνια το συνεχώς ανακυκλούμενο πολιτικό σύστημα, ανίκανο να κάνει οτιδήποτε άλλο, συνεχίζει να εξαθλιώνει τον λαό, ενώ τα αριστοκρατικά στρώματα της κοινωνίας παραμενουν σχεδόν ανέγγιχτα...τελικά, και εφόσον με την πολιτική αυτή η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί καλούνται και οι βολεμένοι να ξεβολευτούν (ας πούμε μέσω του ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών όλων των ελλήνων και την αναδρομική φορολόγηση εισοδημάτων που είχαν κρυφτεί)...οι βολεμένοι αντιδρούν δυναμικά, βάζουν όλα τα μέσα να την γλιτώσουν και κάποιοι αφελείς, μην γνωρίζοντας σε ποια τάξη ανήκουν, κάνουν το λάθος να καλέσουν τον λαό στην διαμαρτυρία τους...ο λαός εξεγείρεται και τα μαζεμένα μιας δεκαετίας βγαίνουν στην φόρα...

Στην περίπτωση αυτή το κύριο ερώτημα είναι, τι είδους θα είναι η "ελληνική επανάσταση", θα είναι αστική ή "αριστερή" (χρησιμοποιώ τον γενικό όρο για να συμπεριλάβω όλες τις παραλλαγές, αγροτική, προλεταριακή, αναρχική και οτιδήποτε άλλου "αριστερού" τύπου);...αν ζούσαμε στον 18ο αιώνα, και δεδομένου πως την πρώτη φορά που έγινε επικράτησαν οι αστοί, θα ήταν σχεδόν σίγουρο πως αυτή την πορεία θα ακολουθούσε...επιπλέον, μετά το πρώτο σοκ, μια αστική επανάσταση θα γινόταν αποδεκτή και από την διεθνή κοινότητα, εφόσον τα κεντρικά της προτάγματα θα ταυτίζονταν με όλα όσα αυτή προσπαθεί να επιβάλλει στην ελλάδα, τουλάχιστον τα τελευταία 150 χρόνια...ΟΜΩΣ...πρώτον δεν ζούμε στο 1789, αλλά ζούμε σε μια εποχή που έχει γνωρίσει και άλλου είδους επαναστάσεις...μάλιστα, όταν μια τέτοια έγινε εν καιρώ (β' παγκοσμίου) πολέμου, η εξουσία της στερήθηκε καθαρά με εξωτερικές παρεμβάσεις...αυτή η αδικία έχει γραφτεί στο κοινωνικό ασυνείδητο των ελλήνων και βγαίνει στην επιφάνεια με διάφορους τρόπους, π.χ. με την επικράτηση του αριστερού ιδεολογήματος στο εργασιακό πεδίο*, με τον αντι-αμερικανισμό αλλά και τον αντι-ευρωπαισμό του λαού, κλπ....δεύτερον, η χρονική συγκυρία είναι χείριστη για μια αστική επανάσταση...το κλασσικό ερώτημα που δεν μπορεί να απαντήσει πειστικά (αφού δεν μπορεί παρά να καταφύγει σε υποθέσεις) κανένας κήρυκας μιας αστικής επανάστασης στην χώρα είναι "γιατί οι χώρες που έχουν κάνει αυτά που λέτε αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με εμάς;"...δεν ξέρω τι θα γίνει, πάντως, σίγουρα ρόλο θα παίξουν και οι οργανώσεις, ή/και οι ηγεσίες της κάθε μιας πρότασης, μια παράμετρος που προς το παρών δεν μπορεί να εκτιμηθεί, αφού αυτή την στιγμή τους αστούς εκφράζουν ο μάνος και ο φλωρίδης, ενώ την αριστερά, ο...(ποιος άραγε; )

Αυτά τα ολίγα για την ομοιότητα ελλάδας του 2010 με γαλλία του 1780 και την πιθανότητα της χώρας μας να ακολουθήσει παρόμοια μονοπάτια με αυτά της γαλλικής επανάστασης του 1789...προσωπικά πιστεύω πως αυτό το σενάριο έχει πολλές πιθανότητες να επαληθευτεί στο μέλλον, αφού δεν βρίσκω τίποτα που να μπορεί να το αποτρέψει...τίποτα, εκτός μιας ριζικής αυτό-κατάργησης του πολιτικού συστήματος και εκ των βάθρων αντικατάστασης του...όμως, βλέποντας την φάνη-πάλη πετραλιά να ετοιμάζει καινούργιο ταγέρ για την επανα-υπουργοποίηση της, τον δημήτρη ρέππα να ετοιμάζεται για νέους αγώνες αντίστασης απέναντι σε αντιλαικά μέτρα, τον τσίπρα, τον τζιτζικώστα, την καιλή και την ράπτη να προτείνονται ως οι φέροντες την ανανέωση της πολιτικής κλπ., ευτυχώς ή δυστυχώς, η Βαστίλλη όλο και πλησιάζει


*Πολλές από τις στρεβλώσεις του ελληνικού συστήματος οφείλονται σε μια ενστικτώδη αντίδραση των ελλήνων απέναντι σε ένα σύστημα που δεν ήθελαν οι ίδιοι αλλά τους το επέβαλλαν...σκεφτείτε την πιθανότητα το ΕΑΜ να είχε κάνει κυβέρνηση, και στην δυσσάρεστη (αλλά πιθανότερη λόγω της σοβιετικής κηδεμονίας) εκδοχή, αυτή να είχε πέσει μαζί με τις υπόλοιπες λαικές δημοκρατίες το 1989-90...αυτή την στιγμή η ελλάδα θα ήταν σ αυτό το οικονομικό σημείο;...αν και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι παραπάνω από υπόθεση, προσωπικά, δεν νομίζω...τόσο, που πιστεύω πως όπως ο λαζαρίδης βγήκε και, κρίνοντας με κομμουνιστικούς όρους τις "κομμουνιστικές" χώρες είπε "ευτυχώς χάσαμε", έτσι περιμένω τα επόμενα χρόνια να δούμε κάποιον ειλικρινή φιλελεύθερο, κρίνοντας με καπιταλιστικούς όρους την ελλάδα να πεί "δυστυχώς, κερδίσαμε"....

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

και Γιν Γιάνγκ και Νιλ Γιανγκ αμά λάχει να πούμε γαμώ τον σταυρό σας

1. Γιασμίν Πορδάκη - Ηδύποτα εν Κολωνάκι

Τό ξερα πως η μέρα θα πάει στραβά, το κατάλαβα απ' την αρχή, από που ξύπνησα έχοντας στο μυαλό μου το απαίσιο όνειρο που βλέπω όλον τον τελευταίο μήνα, πως δηλαδή είμαι καλυμένη ολόκληρη από πιτυρίδα και όταν παίρνει η Μαίρη ένα φτυάρι και την απομακρύνει σιγά-σιγά αρχίζει να αποκαλύπτεται ένα σώμα ζαρωμένο, γεμάτο βαθουλώματα και εξογκώματα, σαν να έχει κυριολεκτικά φτάσει η κυτταρίτιδα ως τον λαιμό και ακόμα παραπάνω, σαν να με έχει κάνει ολόκληρη δική της.

Σηκώθηκα στραβωμένη, θεέ μου, πάλι αυτό, τι θα γίνει, δεν θα με αφήσει ποτέ ήσυχη, μήπως θα πρέπει να δω κάποιον ειδικό, στο γραφείο τα κορίτσια μου είπαν πως ξέρουν ένα μέντιουμ που σπούδασε σε μια παγόδα παραψυχολογία και πως είναι πολύ καλό, τα βρίσκει με την μία όλα σε όσους τον επισκέφτόνται, αλλά δεν ξέρω, ίσως καλύτερα να περιμένω λίγο ακόμα πριν απευθυνθώ στην επιστήμη. Έτσι χαμένη την στιγμή που βαφόμουν ούτε που πρόσεξα πως αφηρημένη είχα πάρει ένα μολύβι κι αντί να το φέρω στα μάτια μου είχα ήδη ξεκινήσει να το τοποθετώ βαθιά μέσα στον κώλο μου, και ποιος ξέρει μέχρι ποιο σημείο θα είχα φτάσει αν εκείνη την στιγμή δεν χτυπούσε το ξυπνητήρι, που είχα ξεχάσει στο σνουζ, και με βγάλει απ' το ονειροπόλημα μου.

Είχε περάσει κιόλας μισή ώρα και εγώ δεν είχα κάνει τίποτα, και (πω πω!) είχα ξεχάσει πως έπρεπε πρώτα να περάσω απ' το μεταπτυχιακό να γραφτώ πριν πάω στην δουλειά. Εκείνη την ώρα στην τηλεόραση ο Βελλερεφόντης Πουστρίγκος πετούσε την ατάκα "δεν είναι κακό να κάνουμε τις μικρές επαναστάσεις μας πότε-πότε" και έτσι πήρα την τρελή απόφαση και είπα "θα βγω έτσι, άσοβάτιστη'' και μισο-γελώντας με την τρέλα που μου ρθε έτσι ξαφνικά πήρα τον δρόμο για έξω.

Στο μεταπτυχιακό με έγραψε ο Μήτσος που είχε ένα κονέ με την ΠΑΣΠ (αν και μετά μου είπε πως χρειάστηκε να μιλήσει και στον θείο του τον μητροπολίτη αλλά πιστεύω πως τα έκανε πιο δραματικά τα πράματα για να του υποχρεωθώ και να του δώσω κώλο) για να μπορώ να παίρνω άδειες απ την δουλειά. Κάναμε κάτι μαλακίες που δεν τις θυμάμαι τώρα αλλά είχε πλάκα, αν εξαιρέσεις τα άτομα που το παρακολουθούσαν που ήταν όλοι ή κάτι κουλτουριάρηδες ή κάτι κατίνες που όλη την ώρα με κοιτούσαν με φανερή ζήλια. Εγώ όμως, κυρία, και για καφέ πήγαινα μαζί τους και πρώτη ήμουν στον χαβαλέ και έκανα πως δεν καταλάβαινα για να τις κάνω να σκάσουν απ το κακό τους. Και τώρα που είπα κακό, το θυμήθηκα, ξέφυγα πάλι, κάτι έλεγα, α ναι!, λοιπόν, καλό το μεταπτυχιακό αλλά είχε το κακό πως μια στους έξι μήνες έπρεπε να πάω να γραφτώ. Κι αυτή η μία ήταν σήμερα.

Έφτασα για να δω πως έχουν απεργία αλλά δεν μάσησα. Χτύπησα την πόρτα και ύστερα την ξαναχτύπησα και την ξαναχτύπησα. Ένα άγαλμα που μ' είδε με λυπήθηκε και μου είπε πως έχουν απεργία και γω του απάντησα πως το ξέρω αλλά χτυπάω και δεν είναι κανείς. Του ξεκαθάρισα πως δεν είχα σκοπό να χαλάσω την απεργία, για μια εξυπηρετησούλα που δεν θα έπαιρνε πάνω από ένα λεπτό είχα έρθει, μια δουλίτσα που...Με έκοψε πως όταν έχουν απεργία δεν έρχονται καθόλου στην δουλειά και με πιάσαν τα διαόλια μου. Και τι, τσάμπα είχα έρθει δηλαδή; Στην Ιαπωνία όταν απεργούν κρεμάνε μια ταμπελίτσα, που την λένε κιμονό, στο κεφάλι τους που λέει απεργώ και δουλεύουν κανονικά, μου το είχε πει ο Μήτσος και το χα δει και σε ντοκιμαντέρ στο Σταρ όταν ήμουν στο νοσοκομείο για την σκωληκουειδίτη.

Αυτά φώναζα κυριολεκτικά έξω απ' τα ρούχα μου και βρέθηκαν και άλλοι και συμφωνούσαν και είπαν πως για αυτό δεν θα γίνουμε ποτέ ευρώπη και τα είπαμε για τα καλά και μετά θυμήθηκα πως έπρεπε να πάω απ' την δουλειά αλλά τι το θελα και κοίταξα τον πίνακα ανακοινώσεων και είδα το μάθημα που περίμενα πως το πέρασα με 5. Ο χαμηλότερος βαθμός, εγώ και τα κορίτσια μόνο είχαμε πάρει 5, και όλοι οι άλλοι 9άρια και 10άρια. Έγραφε και αιτιολογία πως αντιγράψαμε λέει.

Δεν άντεξα, πήρα τηλέφωνο τον Μήτσο εκεί μπροστά και του είπα "κοίτα να δεις, εγώ φεύγω απ το μεταπτυχιακό, τελείωσε" και ξέσπασα σε κλάματα (εσείς τι θα κάνατε δηλαδή;). Με τα πολλά μου είπε πως θα τα κανονίσει και θα βάλει έναν συνάδελφο του που είναι στο ΚΚΕ να του μιλήσει του καθηγητή και πως δεν πρέπει να ανησυχώ και η εγγραφή θα γίνει από ίντερνετ και θα την κάνει αυτός και με τα πολλά είπα "άντε, να πάει στο διάολο" και βγήκα στον δρόμο και στο αστικό που έτυχε να περνάει μπροστά μου καθρεφτίστηκα καταλάθως και πρόσεξα πως ήμουν ατημέλητη σαν λέτσος. Πίσω μου ένας μαλάκας μου έκανε νοήματα να πω στον οδηγό να σταματήσει, "βρε δεν γαμιέσαι, εσύ μας έλειπες τώρα" σκέφτηκα και προχώρησα αλαφιασμένη.

Πήγα μέχρι την πιάτσα των ταξί, χώθηκα γρήγορα σε ένα και του είπα να βιαστεί προς το σπίτι. Μπήκα και χωρίς καν να βγάλω το μπουφάν ξεκίνησα το συμμάζεμα, όντας πλέον σχεδόν βέβαιη πως η μέρα θα συνεχίσει το ίδιο άσχημα, όχι τόσο εξαιτίας του ωροσκόπου που δεν άφηνε πολλές ελπίδες, όσο για το δυσοίωνο σημάδι που έφερνε το μολύβι που μύριζε έντονα σκατίλα

2. Ανώνυμου - Σκατά στα μούτρα σας

Φαινόταν πως η μέρα θα πάει στραβά, μου την έκανε από την αρχή, όταν ξύπνησα για να κατουρήσω έχοντας στον νου την εντύπωση πως έχω κανά 2ώρο μπροστά μου και ξαναξάπλωσα κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού μου το ρολόι για να δω πως σε 5 λεπτά θα χτυπούσε ούτως ή άλλως το ξυπνητήρι, και μετά ξανακοιτώντας το ψάχνοντας έναν τρόπο για να αποδείξω πως το ένστικτο μου που λέει πως είναι νωρίς ακόμα δεν έχει λάθος, και μετά ζητώντας μια δικαιολογία για να το κλείσω το γαμημένο. Τελικά, μετά την αποτυχία όλων σύρθηκα ως το χαζοκούτι και έβαλα το κεφάλι κάτω απ την βρύση. Δεν τόλμησα να κοιτάξω τα παπλώματα, σκατά, πάνω που συζητούσα με τον φίλο μου τον Γιάννη που τον κλείσαν στο τρελάδικο και μου έλεγε πως όλα ήταν μια πλάκα και δεν είχε στιγμή χάσει το στίγμα που είχε πριν 15 χρόνια όταν τον γνώρισα τσακαλάκι φίνο, και γελούσε μαζί μου που το είχα χάψει σαν μαλάκας.

Τελείωσα βιαστικά την όποια προεργασία και βρόντηξα την πόρτα φτύνοντας το μαξιλάρι μου, προτού βρεθώ αντιμέτωπος με το πρωινό κρύο. Ούτε ήλιος ούτε συννεφιά ούτε βροχή ούτε χιόνι, από αυτόν τον καιρό από τις μέρες που λες και υπάρχουν καταλάθως στο ημερολόγιο, χωρίς λόγο και χωρίς ελπίδα κάτι που να έχει αξία να συμβεί, με μόνη αιτία να τις συμπεριλαμβάνουμε στο πρόγραμμα μας κάποια ανεξήγητη συνήθεια. Με την άκρη του ματιού μου είδα το αστικό να περνάει από μπροστά, έτρεξα φωνάζοντας μια τύπισσα να το κάνει νόημα να σταθεί λίγο, δεν το πρόλαβα και στάθηκα να περιμένω το επόμενο, 15 λεπτά χαμένα απ την ζωή σου ήταν η ατάκα που συμπλήρωσε την μιζέρια μου βοηθώντας με-οδηγώντας με σε επίπεδα που δεν δικαιολογούνταν από τις αντικειμενικές συνθήκες-να την ξεπεράσω, μετατρέποντας το περισσεύμα γκρίνιας σε στωικότητα και σε τάση για φιλοσοφική ενατένιση. Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε ο χρόνος, πως μπήκα στο γαμημένο όχημα, πως κατέβηκα από αυτό, πως άφησα την τσάντα μου στο γραφείο, πως πήγα στο κουζινάκι να φτιάξω καφέ.

Βρέθηκα στο γραφείο του καθηγητή μου για να κοιτάξουμε ένα θεματάκι όπως μου είχε προαναγγείλει. Με ρώτησε "εσύ δεν διόρθωσες τις εργασίες των μεταπτυχιακών", "ναι", "και βρή...", "και βρήκα 5 που ήταν η μία copy-paste από την άλλη", "είσαι σίγουρος;", "ναι", "και πως εξηγείς αυτό;" μου είπε και μου έδειξε ένα μέηλ από κάποια από τα εμπλεκόμενα άτομα. Ξεκινούσε ξεκαθαρίζοντας πως δεν έχει σκοπό να αμφισβητήσει την αυθεντία του καθηγητή, συνέχιζε με ένα ιντερμέτζο όπου περιέγραφε τα προσόντα της και την πορεία της στην ζωή, καταλήγοντας πως δεν υπήρχε περίπτωση να έκανε ποτέ την πράξη για την οποία την είχα κατηγορησει. Το κοίταξα εντυπωσιασμένος και ψιθύρισα αυθόρμητα "πω, πω!, σκέψου τι μούφες θα λέει στον άντρα της" και είδα τον δικό μου να σκάει στα γέλια. Σταμάτησε μετά από λίγο κι απότομα, σαν να μην ήταν σίγουρος αν το σχόλιο μου περιείχε κάποιου είδους προσβολής για αυτόν ή την τάξη του, σύντομα ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του και χωρίς να χάσει το καλοκάγαθο ύφος του είπε "οκ, θα το δω πως θα το χειριστώ" και επέστρεψα στο γραφείο μου.

Κατέληξα στον υπολογιστή μου, σε ένα βαρετό 8ώρο που δεν θα μου άφηνε ποτέ κάποιο σοβαρό αποτύπωμα στην μνήμη ακόμα και αν είχα την δυνατότητα να θυμάμαι με λεπτομέρεις όλες τις μέρες εκτός από μία, και έπειτα την έκανα. Έφτασα στο σπίτι κακόκεφος, άνοιξα και είδα ένα σημείωμα να με περιμένει. "Θα κοιμηθώ στο νοσοκομείο" έλεγε...μια φίλη της είχε χτυπήσει με την μηχανή της, οι γονείς της δεν είχαν μία και ήταν μακριά και το είχαν πάρει εργολαβία όλες της παρέας να μην φεύγουν απ' το πλάι της. Τα θυμήθηκα και φούσκωσα από περηφάνια για το μωρό μου, τόσο που κατευθείαν έφτιαξα το κέφι μου. Της τηλεφώνησα στα καπάκια, "θα ρθούμε μ' έναν φίλο να σας κεράσουμε έναν μπάφο στο προαύλιο, πες όποια άλλη τσούπρα είναι εκεί να κατέβει" και στο μεταξύ βρήκα την κοντινότερη μπύρα να μου κρατήσει παρέα.

Φύγαμε απ' τα κορίτσια και τραβήξαμε κατά την Ναυαρίνου. Ένα πρεζάκι μας ζήτησε ένα κατοστάρικο και του δώσαμε 20 χιλιάδες ευρώ, ύστερα, ένας κομμάτιας έλιωνε στο κράσπεδο, τον σηκώσαμε, τον ποτίσαμε τσάγια που θα τον φέρναν στα ίσια του κι ύστερα τον δώσαμε σε σμήνος από νεράιδες που υπόσχονταν πως θα τον φρόντιζαν καλύτερα κι απ' ότι περιμέναμε βλέποντας τες, μια παρέα γυφτάκια μάζεψαν τα νομίσματα που φεύγαν τσούρμο από τις χούφτες μας κι ύστερα απομακρύνθηκαν όταν με είδαν να σηκώνομαι. Με το πρώτο βήμα βρόντηξα το πεζοδρόμιο τινάζοντας μέχρι περίπου τον ουρανό τις πλάκες του, πριν ακόμα προσγειωθεί το δεύτερο είχα αρπάξει ένα αιχμηρό κομμάτι ίδιο με λάμα μαχαιριού, το έβαλα στο στόμα και με το βρόντηγμα όρμηξα μπροστά. Με ένα χρακ έσφαξα κάτι χιλιάδες, με μια κίνηση κάτι εκατομμύρια, αίμα κυλούσε σε ποτάμια που έμοιαζαν...

"Ξύπνα ρε" μου είπες, και εκσφενδονίστηκα έτοιμος να σφάξω τον πρώτο που θα ερχόταν στο κατόπι μου. "Εδώ, εδώ, εδώ είσαι" συνέχισες και αφού ξεφύσηξα δυο-τρεις φορές το κατάλαβα, στο νοσοκομείο, πω πω, κομμάτια γίναμε πάλι, και να φανταστείς πως η άλλη είναι υποτίθεται κλινήρης. "Την κάνω" ειπα και εξαφανίστηκα. Στον δρόμο κοντοστάθηκα να πάρω μια μπύρα και ροβόλησα κατά το σπίτι. Σε μια γωνία μια ξεβγαλμένη έβγαινε από ένα αμάξι. Μου ρθε να της ορμήξω να την βιάσω επί τόπου αλλά αποφάσισα να μην της κάνω την χάρη. "Προλετάριοι ρε μουνιά, γαμώ την ζωή σας" κατέληξα και τρέκλισα μέχρι το οίκημα που μου είπαν να λέω σπίτι μου....δεν ήταν τόσο άσχημη μέρα τελικά...

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Βιβλίο 7 - Στράτος Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη

ή όπως θα λεγόταν καλύτερα, το ποστ-ντοκ ενός πολλά υποσχόμενου ιστορικού.

Εξηγούμαι. Ο Δορδανάς είναι λέκτορας στο ιστορικό της Θεσσαλονίκης και στην σύντομη καριέρα του έχει εξειδικευτεί και αναλύσει σε μια σειρά βιβλίων την Βόρεια Ελλάδα κατά την δεκαετία του 1940. Το πιο ώριμο και το πιο πετυχημένο του είναι το τελευταίο, που αναφέρεται στον δοσιλογισμό και στην πορεία των δοσίλογων μετά το τέλος του β' παγκοσμίου πολέμου.

Δύο είναι τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν το στυλ του. Πρώτον, η απόσταση από τα γεγονότα. Ανήκοντας σε μια γενιά που έχει μεγαλώσει στην εθνική συμφιλίωση (είναι μικρότερος από 40 χρονών) καταφέρνει και παίρνει μια πραγματικά αντικειμενική οπτική απέναντι στα πράματα, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν η μία ή η άλλη του κουβέντα θα παρεξηγηθεί από κάποιον αγκυλωμένο στο παρελθόν. Δεύτερον, η προσωποποίηση των γεγονότων. Σε μια εποχή που ο κόσμος έχει ανάγκη την ταυτοποίηση των αληταράδων που μοιράζονται την ευθύνη για την κατάντια της χώρας ο Δορδανάς ακολουθεί την γενική επιταγή και βγάζει στην φόρα ονοματεπώνυμα! Και όχι 1-2, όλοι (εκτός των ελαχίστων που είναι ακόμα ζωντανοί) αναφέρονται ονομαστικά και όχι, όπως ήταν το καθιερωμένο, με κρυμμένα τα πραγματικά τους στοιχεία.

Αφού διάβασα το βιβλίο πέτυχα στον Ριζοσπάστη να αναφέρονται στον Δορδανά ως έναν από τους σοβαρότερους "συντηρητικούς" ιστορικούς. Ο χαρακτηρισμός "συντηρητικός" δικαιολογούνταν στην συνέχεια από το ότι ο Δορδανάς δεν επιχειρεί να εξηγήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δοσίλογων με βάση την μη-κομμουνιστική ιδεολογία τους! Προσωπικά, αυτή η άρνηση του να μπλέξει σε φιλοσοφικές ακροβασίες για να δώσει ενδείξεις της ανωτερότητας της άλφα ή της βήτα ιδεολογίας δεν νομίζω πως δείχνει τίποτα παραπάνω από επιστημονική σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα του. Γενικά, ο Δορδανάς φροντίζει να τονίσει άμεσα και έμμεσα πως το έργο του είναι ιστορικό βιβλίο και όχι βιβλίο που χρησιμοποιεί την ιστορία για πολιτικούς λόγους ή για να αποκαταστήσει μερικές δεκαετίες αργότερα το περί δικαίου αίσθημα της εποχής εκείνης. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει να κρατάει αποστάσεις από τα πράγματα, να μην μιλάει ποτέ σε πρώτο ή σε δεύτερο ενικό, ούτε να παρασύρεται σε σχόλια που θα μπορούσε άνετα να κάνει, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο εύκολο θέμα (όσον αφορά το ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις), εκτός μιας λεπτής ειρωνείας που κατά διαστήματα δεν αποφεύγει.

Άλλο χαρακτηριστικό που μ άρεσε, ο τρόπος γραφής του. Προκειμένου να αναφερθεί σε ένα φαινόμενο με την μαζικότητα που είχε ο δοσιλογισμός (μια από τις αυταπάτες που έρχεται να διαλύσει ο Δορδανάς είναι πως ο δοσιλογισμός ήταν ένα ελάσσων φαινόμενο που αφορούσε μόνο μια χούφτα προδότες) και για να μην πνιγεί από τα δεδομένα, αυτός επικεντρώνεται κυρίως σε κάποια εμβληματικά χαρακτηριστικά παραδείγματα και οδηγεί την σκέψη του κυρίως μέσα από αυτά. Έτσι, όταν μιλάει για την νόθευση της αντίστασης με την βοήθεια δοσίλογων που αφού πήραν άφεση αμαρτιών κατέβηκαν στον πολιτικό στίβο και απέκτησαν εξουσία μας περιγράφει την ιστορία του βουλευτή Κιλκίς και Κοζάνης Κώστα Παπαδόπουλο, όταν μιλάει για την ιστορική μνήμη αναφέρεται στην μάχη του Κιλκίς κλπ.

Βεβαίως, το βασικότερο είναι η ποιότητα της έρευνας που έκανε, που είναι εξαιρετική. Πλήθος ιστορικών στοιχείων και πηγών και πρόσθετα ένα γύρω στο 100σέλιδο παράρτημα με σκίτσα του (κυρίως αριστερού) τύπου για τους δοσίλογους, φωτογραφίες, γράμματα δοσίλογων από την φυλακή προς πολιτικούς παράγοντες και δικηγόρους, και λοιπά ενδιαφέροντα ντοκουμέντα. Αυτά, συν ένα γαμάτο αφιέρωμα στο (με ρίζες στον δοσιλογισμό) παρακράτος της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του 60 και την δολοφονία Λαμπράκη είναι αρκετοί λόγοι για να το διαβάσει κανείς.

Στα αρνητικά, η εμφανής ατολμία του. Για αυτό και αναφέρομαι στην αρχή σε ποστ-ντοκ και όχι σε ιστορικό έργο, γιατί σαν ακόμα να μην έχει καταλάβει πως έχει ανεξαρτητοποιηθεί και μπορεί να έχει δικιά του οπτική επί των πραγμάτων. Έτσι, ο κριτικός λόγος του είναι μοιραία ρηχός. Βέβαια, από την μία μεριά σκέφτομαι πως ίσως είμαι κακομαθημένος απ τον Χόμπσμπαουμ και περιμένω το κάθε σχόλιο του ιστορικού να προσφέρει μια οπτική γωνία που εκ πρώτης άποψης δεν σου είχε γίνει αντιληπτή. Από την άλλη, όμως, η ποιότητα του έργου του Δορδανά είναι τέτοια που η απαίτηση να εξισωθεί με τους ελάχιστους "χομπσμπαούμηδες" που κυκλοφορούν δεν είναι τόσο υπερβολική. Το αν θα το πετύχει μένει να δούμε στο μέλλον...

Βιβλίο 6 - Φερντινάντ Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας

Η υπόθεση: μια τραπεζοϋπάλληλος ερωτεύεται το αφεντικό της. Καθώς προσπαθεί να τον προσεγγίσει συνειδητοποιεί πως αυτός είναι λεγκολάγνος και ο μόνος τρόπος να ερεθιστεί είναι βλέποντας ανθρωπάκια από λέγκο να παριστάνουν πως συνουσιάζονται. Συντετριμμένη μιλάει στην καλύτερη της φίλη, η οποία της αποκαλύπτει πως είναι η πρώην γυναίκα του, και πως τον άφησε μετά από χρόνια που προσπαθούσε να ανεχτεί τις παρεκτροπές του. Ένας ακόμα πιο στενός δεσμός φιλίας αναπτύσσεται μεταξύ τους, ο οποίος επισημοποιείται με την κοινή φυγή τους στην Νέα Υόρκη. Εκεί περνάνε την μέρα τους κάνοντας ψώνια και λεσβιακά.

Η υπόθεση: Ένας τύπος προσπαθεί να επιβιώσει στον πλανήτη κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Αυτό. Βασικά υπόθεση μοιάζει σαν να μην υπάρχει. Το ίδιο και ο πρωταγωνιστής, μοιάζει σαν να μην είναι κάποιος συγκεκριμένος, σαν να είναι η προσωποποίηση του λαού αν αυτός είχε επίγνωση της πραγματικότητας που ζει. Για αυτό και ο χαρακτήρας του παρά το γεγονός πως αναλύεται σε βάθος, παραμένει κάπως θολός, απροσδιόριστος, δεν είναι ο ήρωας του Ντοστό που είναι τόσο πραγματικός που περιμένεις να χτυπήσει το κουδούνι και να δεις μπροστά σου κάποιον που θα λέει "χαίρετε, με λένε Ρασκόλνικοφ", είναι σαν να λέμε ο "Μέσος Άνθρωπος". Η μόνη του διαφορά με αυτόν είναι πως ο ήρωας του Σελίν έχει γνώση της κατάστασης του, δεν είναι παραζαλισμένος από την καθημερινότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις, τους μηχανισμούς καθοδήγησης, όχι, έχει πλήρη επίγνωση του τι του συμβαίνει.

Αυτό που μ' άρεσε περισσότερο στο βιβλίο είναι πως δεν προτείνει λύσεις. Σαν να λέει "εγώ σας δείχνω πως είναι τα πράματα", αν θα κάνετε κάτι και τι θα είναι αυτό είναι δικό σας θέμα. Σε όλο το βιβλίο είναι φανερό πως ο Σελίν προσπαθεί να αποφύγει πάσι θυσία την στοίχιση με κάποια πολιτική ιδεολογία ή ηθική. Για αυτό και όλες οι εκ των υστέρων προσπάθειες να καπελώσουν το βιβλίο ήταν εξαρχής αποτυχημένες. Κομμάτια του ή πτυχές του μπορεί να φαίνονται πως ανήκουν στην μια ή στην άλλη ιδεολογία (π.χ. η εκπληκτική περιγραφή του πολέμου (η καλύτερη που έχω διαβάσει) βρωμοκοπάει αναρχίλα ή οι συνεχείς αναφορές του σε "μοίρα των φτωχών" σε αντιπαράθεση με αυτή των αστών κάνουν κρα πως εδράζονται σε κάποιον ταξικό διαχωρισμό), αλλά σαν σύνολο το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" δεν προωθεί καμία πρόταση, και άρα, για να παραφράσω τον Νίτσε, ανήκει σε κανέναν και σε όλους ταυτόχρονα.

Πρόσθετα, η γλώσσα του είναι μοναδική, όντας ένα κράμα καθομιλουμένης (εώς αργκό) και λόγιας. Ξανά θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως πρόκειται για μια δυνητική λαϊκή γλώσσα, στην υποθετική περίπτωση ενός λαού πραγματικά μορφωμένου (όχι γραμματιζούμενου) που είναι σε θέση να μπολιάσει την καθομιλουμένη με λόγια στοιχεία που θα την απογειώσουν. Τέλος, ο τύπος είναι εντελώς μάστορας. Τι να λέμε τώρα, ώρες-ώρες και καθώς διαβάζεις την μια καλοσχηματισμένη φράση πίσω απ' την άλλη νιώθεις σαν να βρίσκεσαι θεατής ενός ανελέητου γρονθοκοπήματος. Μέσα σε ένα και μόνο βιβλίο υπάρχουν δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, προτάσεις που θα μπορούσαν να σταθούν σαν τσιτάτα από αυτά που νυχθημερόν πασχίζουν να βρουν ο άλφα-βήτα ημιταλαντούχος για να τα περιφέρει στην τελεβιζιόν έναντι μιας θέσης στην επετηρίδα της κρατικής βόλεψης...

Από την άλλη, ομολογώ πως αυτή η συνεχής μιζέρια σε κάποιο σημείο με κούρασε. "Όχι άλλο κάρβουνο, Φερδινάνδε" φώναζα από μέσα μου ενώ ο Σελίν δώστου και συνέχιζε τις περιγραφές της αθλιότητας και όσων σκοτεινών σημείων της ύπαρξης του είχαν ακόμα ξεφύγει. Δεν ξέρω, ίσως αν το διάβαζα σε άλλο μουντ να μην είχα τέτοιες αντιρρήσεις, αλλά μια φορά εμένα αυτό το συνεχές "κατηγορώ" καμιά φορά μου φαινόταν πως ξέφευγε και έτεινε να εκφυλιστεί σε εκνευριστικό μονότονο μουρμουρητό θείτσας που της κάηκε το φαγητό.

Περισσότερο όμως, με χάλασε το γεγονός πως αυτή η διαρκής κατάσταση είναι έξω από την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Όντας οπαδός (και ποιος δεν είναι άλλωστε;) του Ντοστό, περιμένω από κάποιον που ισχυρίζεται πως γράφει ρεαλιστικά να μην έχει τρανταχτές παρανοήσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας. Περιμένω δηλαδή να μην υπάρχουν μη-ρεαλιστικά στοιχεία στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Και αυτή η μόνιμη μίρλα δεν είναι στην φύση του ανθρώπου. Δεν γίνεται ρε άνθρωπε μόλις να έχεις ξεφύγει από του χάρου τα δόντια από την Αφρική αφού πρώτα την έχεις σκαπουλάρει απ' τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, να σκας στο Αμέρικα και το πρώτο πράμα που να σκέφτεσαι να είναι "τι χάλια που είναι εδώ"!! Δεν γίνεται, είναι μη-ανθρώπινο, είναι βέβαιο πως για κανά μήνα τουλάχιστον όποιος και να σαι θα είσαι σε κατάσταση ευφορίας, θα βλέπεις τον ήλιο πιο λαμπρό, τα φαγητά πιο νόστιμα και τα σκατά σου να μυρίζουν λεβάντα. Έχω την υποψία πως αυτό το είχε διαγνώσει και ο μαθητής του Σελίν και μάστορας της αναπαράστασης της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, Μπουκόφσκι (παρεπιφτόντως, διαβάζοντας το, κάνει κρα πως το "Ταξίδι" είναι η πιο σημαντική επιρροή του Μπουκόφσκι), και για αυτό σχεδόν πάντα φρόντιζε να παρεμβάλλει ανάμεσα στην μία θλίψη και στην επόμενη ευτυχισμένα ιντερλούδια.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

H ζωή που περνά και κλάνετε (Χόρχε Μπάριος)

Είπα να πιω μπάφους μετά από κάτι μήνες. Κομμάτια πέρασα μπροστά από ένα περίπτερο. Στάθηκα και αγόρασα μια μπύρα. Έψαξα τις τσέπες μου και σημείωσα στο μυαλό μου τα λεφτά που είχα, έδωσα όσα αντιστοιχούσαν στο κουτάκι που μάζεψα και έφυγα. Σύντομα είχα μετανιώσει που την έβγαζα με αλουμίνιο. Αυτά είναι μαλακίες, μπύρα θέλει μπουκάλι, και καλύτερη γεύση έχει, και κατεβαίνει καλύτερα, και τουλάχιστον υπάρχει κάποιος σεβασμός σε αυτό που καταναλώνεις. Τελειώνοντας το, θα το σπάσεις σε έναν τοίχο ή ακόμα και σ' ένα κεφάλι, το πιθανότερο να το πετάξεις κάτω στο κράσπεδο με δύναμη, ή να το αφήσεις σε έναν μεταλλικό κάδο που δε θα το δεχτεί χωρίς να ρουφιανέψει σε όλη την κοιμώμενη πόλη την παρουσία και την μπέκρα σου...για αυτό θα προτιμήσεις να το ρημάξεις στην άσφαλτο ή να κατεβάσεις μια τζαμαρία, έναν τσαμπουκά ρε πούστηδες φέρτε μου, ένα αλάνι να αλληλοσπάσουμε γυαλιά στα κεφάλια μας...

Τέλος πάντων, ξέφυγα πάλι. Ο γιατρός μου μου είπε να μην την πίνω. Απαρχή σχιζοειδούς προσωπικότητας με χρόνια μανιοκατάθλιψη, το καλύτερο είναι να κάθεσαι με ένα καλοριφέρ αγκαλιά να παρακολουθείς την τηλεόραση να μεγαλώνει. Υπάρχει ένα φωτεινό και ένα σκοτεινό κομμάτι μου. Κάθε που πίνω έρχεται η λύτρωση, έχω παραδοθεί στα χειρότερα ένσιτκτα μου, δεν χρειάζεται τίποτα να με απασχολεί για το μέλλον, απώτερο ή κοντινό, ήδη έχω φτάσει στον πάτο. Μπορώ επιτέλους να ηρεμήσω και να συγκεντρωθώ σε αυτό που δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι αφομοιωμένος από αυτό που θα είμαι, αλλά τότε είναι, που σαν να το κάνω επίτηδες και μου ρχεται η τάση να κάνω κάποια μαλακία που ακόμα και την τάξη αυτή των πραγμάτων θα ανατρέψει, τότε είναι που μου ρχεται και γίνομαι και γαμώ τα παιδιά. Τότε λέω σ' αγαπώ και τότε πλακώνομαι στο ξύλο για άλλους, τότε κερνάω ότι κουβαλάω στα χείριστα ξύδια και τότε ψάχνω θυροτηλέφωνα για να δω αν έμειναν οι παλίες φίλες μου στην γειτονιά που τις αγάπησα.

Σταμάτησα έξω από το στενό, κάπου μέσα στην Ναυαρίνου. Σήκωνα το φερμουάρ απ' το κατούρημα στην εκκλησία όταν το πρόσεξα, έριξα μια ματιά στο αλουμίνι, το κούνησα πέρα δώθε για να σιγουρευτώ πως τίποτα δεν έμεινε και το πέταξα μέσα στα σκουπίδια που βρίσκονταν σχεδόν παντού. Περπάτησα με δήθεν επιτηδευμένο ύφος, σαν να με τραβάω ταινία, και την ίδια στιγμή που με έβριζα για το ότι είμαι τόσο ψωνάρα που ώρες ώρες κάνω σαν να με τραβάνε ταινία πλησίασα και κοίταξα το χαρτάκι στο θυροτηλέφωνο που ήξερα πριν από 13 χρόνια. Ετοιμάστηκα να συγκρίνω αυτό που θα έβρισκα με το παλιό λιγδωμένο που σε είχα βοηθήσει τότε να βάλεις όταν σαν μαλάκας κατάλαβα πως ήταν το ίδιο, τόσα χρόνια δεν είχε βρεθεί κανείς να τ' αλλάξει. Ακόμα και την δαχτυλιά μου από γύρο όταν αρχίζαμε να παραγνωριζόμαστε είχε ίδια και απαράλλαχτη. Βέβαιως αυτό δεν το πρόσεξα παρά την δεύτερη φορά που πλησίασα.

Γιατί την πρώτη η έκπληξη μου ήταν τόση που ενστικτωδώς απομακρύνθηκα σαν να κοίταξα κάτι που δεν ήταν να βρίσκεται εκεί. Σαν από την μία μεριά να ανοίγεται ένα κουτί με θησαυρό, σαν από την άλλη να ξέρω πως αυτός δεν πρόκειται να μου βγει σε καλό. Ξαναγύρισα και μελέτησα όλες τις λεπτομέρεις απ' το χαρτάκι, είχε μείνει απαράλλαχτα ίδιο το γαμημένο, κατέληξα πριν αρχίσω να απομακρύνομαι. Άραγε πέρασες ποτέ εσύ ξανά ή κι εσύ έχεις πλήρη άγνοια; Αναρωτιέμαι, αν αύριο πεθάνω ένα από τα ελάχιστα δημιουργήματα στον κόσμο θα είναι κι αυτή μου η δαχτυλιά σε ένα κουδούνι που κανένας δικός μου δε θυμάται, που κανένας δικός μου δεν θα βρει ποτέ και που κανένας δικός μου δεν έμεινε ποτέ; Μια πουτάνα, ένα μουνί κι εγώ ένας πούτσος. Σε θυμήθηκα, σε είδα στα καλύτερα μας, τίποτα το εξαιρετικό, πραγματικά, δεν άξιζε τον κόπο, για αυτό το διαλύσαμε νωρίς. Αν σε έβλεπα τώρα όμως, μετά από αυτό, τώρα ναι, μπορεί να σ' αγαπούσα, τώρα θα είχα ένα λόγο, θα σ' έβλεπα ξανά και θα ήταν όλα διαφορετικά και θα έμενε μια αίσθηση πως όλα γίνονται ακόμα και αν έχεις προ πολλού ξεγράψεις την πιθανότητα τους να γίνουν.

Ένα τζάμι έκρυβε πίσω του τον ψιλικατζή που πήγαινα τα παλιά χρόνια να πάρω μπύρες. Δεν μιλούσε ποτέ, οι φίλοι μου στέλναν εμένα γιατί ήμουν ο μόνος που του έπαιρνα κουβέντα, κι αυτό γιατί του απάντησα κάποτε κατά τύχη "μαλακίες" όταν μου είπε να πάω πιο πέρα γιατί του έκρυβα την τηλεόραση. Πίστευα για πολύ καιρό πως είχε ξεχάσει ποιος είμαι, και για ακόμα παραπάνω πως το ότι δεν μιλούσε πολύ δεν οφειλόταν σε κάποια γαματοσύνη όπως νομίζαμε τότε αλλά σε κάποια αρρώστια που τον έκανε να μην μπορεί να μιλήσει καλά. Του ζήτησα να ανοίξει την μπύρα και βγήκα με το μπουκάλι. Περπάτησα δυο μέτρα και είδα κάτι φοιτητάκια πιτσιρικάδες να είναι τόσο μαλάκες που να σου ρχεται να τους σκοτώσεις έναν έναν και να τους απλώσεις απ' την πλατεία χημείου από μακάβρια μπουγάδα απ' άκρη σ' άκρη. Για τον πούτσο σκέφτηκα και άρχισα να ψιθυρίζω, όλο και πιο δυνατά "οε, ρουφιάνος αριανός, δε γίνεται αλλιώς και μια ζωή παλιοπουτάνας γιος" μετρώντας όποιον διασταυρωνόμουν....απάντα ρε πούστη!

Cul-de-sac

Μέσα σε ένα αστικό που με γύριζε από τον χώρο που καταθέτω την ζωή μου σε δόσεις, 8 ώρες κάθε μέρα, πάλευα να συμμαζέψω τις σκέψεις μου ώστε να συνεχίσω την δουλειά μου, να συμμαζέψω τις σκέψεις μου ώστε να ξεπεράσω την δουλειά μου, όταν άκουσα ένα παληκάρι από δίπλα να λέει "θα έρθεις ρε Μαρία, ναι ή όχι;" και μετά από ένα δευτερόλεπτο "πάμε έξω για μπύρα, όχι άλλο σπίτι, δεν μπορώ άλλο σπίτια, έχω σιχαθεί τα σπίτια".

Σαν να με τίναξε ρεύμα, ξαφνικά με ένα βλέμμα κατάφερα και γύρισα ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις, κατάλαβα πολύ καλά τι εννοούσε, ήξερα τι εννοούσε και θα θελα πολύ να ένιωθα τι εννοούσε. Το πίσω μου μάτι στράφηκε προς το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν ενώ ταυτόχρονα τα μάτια μου ψηλαφώντας αντιμετώπιζαν κάτι αποδεκτό σε σχέση με αυτό που περίμενα, ατημέλητο μαλλί, μήκος αδιάφορο για όλους και περισσότερο για τον κάτοχο του, ρούχα κοινά, που να μην κάνουν εντύπωση, γένια αρκετών ημερών ως εβδομάδων. Κάρφωσα στα μάτια του, όχι για πάνω από κάποιες σύντομες στιγμές, δεν χρειάζονταν άλλωστε περισσότερο, το έπαιρνες χαμπάρι με την μία. Ηδονιστής υπό επήρρεια ουσιών με υποψία πως κάτι δεν δουλεύει τόσο καλά όσο το περίμενε, η αρχή της συνειδητοποίησης πως στην ευδαιμονία δεν υπάρχουν τυφλοσούρτηδες, χωρίς ακόμα να έχει καταφέρει να σχηματιστεί σε κάτι παραπάνω από ένα ύφος ανυπόμονο να γίνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα, έξω από την ηδονιστική φόρμουλα, αυτήν που σε λίγο καιρό θα είχε παρατήσει μια και για πάντα.

Χάθηκα στις σκέψεις μου και ούτε καν πρόσεξα πως είχε κατέβει ακριβώς μπροστά μου. Συνήθιζα να κατεβαίνω σε στάση αρκετά προηγούμενη από την δικιά μου, ήθελα πάντα να περπατάω κάποιο διάστημα για να καθαρίσει το μυαλό και σήμερα αντί για αυτό σύντομα κατάλαβα πως έβλεπα τον φίλο μου να περπατάει μπροστά μου, με ίδια βήματα μου να προχωράει, και να βαδίζει και να παραμερίζει εμπόδια και να σκοντάφτει, να σκουντουφλάει και να σέρνεται και να προχωράει με μια σιλουέτα που την ήξερα, την ήξερα και αυτή και τι ήθελε και τι έψαχνε και τι γούσταρε από την ζωή.

Ενστικτωδώς σκέφτηκα πως πρέπει να του μιλήσω, ένιωσα πως ήμουν ένοχος ενώ τον παρατηρούσα, σαν ματάκιας που έβλεπε το γαμήσι της ψυχής κάποιου άλλου, αλλά από την άλλη το χαιρόμουν, σαν ο θεός που ξέρει που είναι καταδικασμένος να καταντήσει ο καθένας, χαιρέκακα, έβλεπα την μία πιθανότητα πίσω από την άλλη για την κατάσταση του την επόμενη πενταετία, μέχρι που είδε το επόμενο περίπτερο και κοντοστάθηκε και πήρε μια μπύρα και ντράπηκα και στεναχωρήθηκα και σπάστηκα σαν τόσην ώρα να τα σκέφτομαι όλα αυτά για μένα τον ίδιο.

Με τον νου μου πήγα και τον ακούμπησα την πλάτη και όταν γύρισε άρχισα να του λέω τι κάνει τώρα, τι πρέπει να κάνει μετά και τι θα κάνει τελικά, ποιες οι λύσεις και ποια η πορεία του και να μην ανησυχεί για τώρα γιατί μετά θα τα καταλάβει όλα. Έτσι θα πρεπε να είναι μια τέτοια περίπτωση, το ήξερα αυτό, το είχα δει σε ταινίες και το χα διαβάσει κιόλας, και ξεκίνησα αλλά τότε κατάλαβα πως δεν είχα τίποτε να πω, πως θα γυρνούσε να με κοιτάξει όπως εγώ κοιτάω κάποιον ξένο, πως στο τέλος δεν θα βγει τίποτα, πως το πιθανότερο αντί να του μιλήσω να με έπιαναν τα ουρλιαχτά μέχρι να έρθει η αστυνομία να με μαζέψει.

Τότε έτυχε και πέρασε ένα μηχανάκι και τσαλαβούτισε σε κάτι λάσπες και πιτσίλισε και μένα και αυτόν, και γυρίσαμε και οι δύο τάχατε πως δεν είχαμε να κάνουμε τίποτα καλύτερο από το να τον βρίσουμε. Κι αφού αφήσαμε κι οι δύο λίγο ελεύθερα τα χαμηλά μας ένστικτα και ρίξαμε κάτι καλά γαμωσταυρίδια και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο, και τον είδα να με κοιτάει και να μιλάει τόσο γαμημένα ίδιος με μένα πριν από δέκα χρόνια, τον άφησα να πάει να πιει την μπύρα του και πήγα κατευθείαν στο σπίτι χωρίς να σηκώσω το βλέμμα από το πεζοδρόμιο. Ανέβηκα και άναψα την τηλεόραση και βγήκα στο μπαλκόνι και είδα πως ήταν νύχτα. Τόση διαολεμένη ησυχία δεν θύμαμαι να ξαναείχα...

Χειρόγραφο που βρέθηκε στο κενοτάφιο του Μαρσέλ Προύστ

χειρόγραφο που βρέθηκε στο κενοτάφιο του Μαρσέλ Προύστ και έφερε τον τίτλο "αναζητώντας τον καμμένο κρόνο"...το απεκατέστησα μετά κόπων και βασάνων και το παραδίδω στην αθρωπότητα όπως ήταν μόλις βγήκε από τον φούρνο


Σε μια ημι-φωτισμένη καμαρούλα δυο σταλιές μια ξανθιά κοκκινομάλα με κοντό μαλλί πιασμένο κότσο και σκουλαρίκι στον αφαλό και ο ναύαρχος Κουντουριώτης.

-Σ αγαπώ, σ αγαπώ, αχ, πόσο ερωτευμένη είμαι, πόσο ένρινα κι υπόκωφα ακούγονται αυτές οι λέξεις
-(κοιτάζει περίεργα) Πως;
-Ένρινα κι υπόκωφα, γιατί;
-Τίποτα, να ..
-Τι πράμα;
-Να, νομίζω πως πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε κι άλλους ανθρώπους
-(ενώ λυγμοί αναδύονται) Όχι, όχι, αυτό ποτέ, όχι, αυτό ποτέ.
-Μην κάνεις σαν παιδί
-(ενώ λυγμοί αναδύθηκαν) Ποτέ, ποτέ, όχι, μην μου το κάνεις αυτό.
-(της πιάνει το κεφάλι και προσπαθεί να της ανοίξει τα μάτια) Έλα τώρα, να, δες, στο flickr ένας αλσατός καπνίζει με έναν μπαμπουίνο, δες, δες, ο Γιουσέιν Μπολτ...
-Μηηηηηηηηηηη
-Στην τηλεόραση πολλοί άλλοι άνθρωποι, δες, δες, στο στάδιο ειρήνης και φιλίας ο Γιάννης Πάριος ερμηνεύει Μάρκο Βαμβακάρη κι από κάτω ο λαός πετάει βρέφη στην Πίστα Παπαδοπούλου
-Όχι σου είπα, όχι!
-(απηυδησμένος) Ε τι να κάνω, εγώ μια φορά προσπάθησα να σου ανοίξω τα μάτια
-(σοβαρεύει απότομα) Ναι ε;
- Ναι, γιατί;
- Τίποτα, θυμήθηκα πως κάτι τέτοιο είπε κι ο Τσόμσκι πριν πεθάνει
- Μα αυτός ζει
- Όχι τώρα, την προηγούμενη φορά που πέθανε
- Α ναι;
- Ναι ναι, κάτι σαν "εγώ σας τα λεγα μαλάκες τώρα πάρτε τα αρχίδια μου', κάτι τέτοιο
- Κοίτα, αναμφίβολα η συμβολή του στην εξέλιξη της επιστήμης της γλωσσολογίας είναι σημαντικής και σημαίνουσας σημασίας, αλλά από την άλλη μεριά οι πολιτικές του τοποθετήσεις και δη οι ληστοσυμμοριτικες...
-(τον κοιτάει λιγωμένα) Πάρε με
- Δεν έχω βαλίτσα να σε βάλω
- (ορμάει πάνω του) Πάρε με
- (της σκίζει την κιλότα ενώ ξεκουμπώνεται. ξάφνου σταματάει)...
- Τι έγινε;
- Να, ξέχασα, τώρα τι είναι να κάνω;
- Να μπεις μέσα μου...με το...όχι αυτό, το δίπλα, το δίπλα, (δυσσανασχετεί) αυτό είναι το αρχίδι
- Ε τώρα γιατί το βρίζεις;
- Έχεις δίκιο, συγγνώμη.
- Οκ. Μ αυτό;
- Ναι ναι, πω πω, κοίτα το, μ αυτά και μ αυτά έπεσε
- Με ποια και με ποια;...(σταματάει καθώς νιώθει να του χαιδεύει τον πούτσο)...ε, τι κάνεις εκεί;
- Να τον σηκώσουμε
- Μισό, μισό, είναι πολύ πιο απλό...(τον πιάνει με τα ακροδάχτυλα και τον κρατάει κάθετα)...οκ τώρα;
- (ανακάθεται και στηρίζεται στον τοίχο. παίρνει ένα τσιγάρο και το ανάβει ενώ λέει) αχ, θέε μου
- Τι είναι αυτό;
- Ποιο;
- Η λέξη που είπες, θεός
- Κοίτα, θεός είναι ένα άυλο, υπερφυσικό ον που έχει δυνάμεις δυνατότερες του ανθρώπου και ιδιότητες που ο άνθρωπος δεν μπορεί να εξηγήσει. Σύμφωνα με τον Φώυερμπαχ...
- (την κοιτάει λιγωμένα) Πάρω σε
- Δεν έχεις βαλίτσα να με βάλεις
- (ορμάει πάνω της) Πάρω σε
- (της ράβει την κιλότα ενώ κουμπώνεται. ξάφνου σταματάει..ξαναξεκουμπώνεται)...
- Μα αφού δεν είναι...(κοιτάει με έκπληξη, πάει να πει "μα πως έγινε αυτό;" αλλά στην μέση της φράσης κάτι της κλείνει το στόμα)

ΑΥΛΑΙΑ