Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Cul-de-sac

Μέσα σε ένα αστικό που με γύριζε από τον χώρο που καταθέτω την ζωή μου σε δόσεις, 8 ώρες κάθε μέρα, πάλευα να συμμαζέψω τις σκέψεις μου ώστε να συνεχίσω την δουλειά μου, να συμμαζέψω τις σκέψεις μου ώστε να ξεπεράσω την δουλειά μου, όταν άκουσα ένα παληκάρι από δίπλα να λέει "θα έρθεις ρε Μαρία, ναι ή όχι;" και μετά από ένα δευτερόλεπτο "πάμε έξω για μπύρα, όχι άλλο σπίτι, δεν μπορώ άλλο σπίτια, έχω σιχαθεί τα σπίτια".

Σαν να με τίναξε ρεύμα, ξαφνικά με ένα βλέμμα κατάφερα και γύρισα ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις, κατάλαβα πολύ καλά τι εννοούσε, ήξερα τι εννοούσε και θα θελα πολύ να ένιωθα τι εννοούσε. Το πίσω μου μάτι στράφηκε προς το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν ενώ ταυτόχρονα τα μάτια μου ψηλαφώντας αντιμετώπιζαν κάτι αποδεκτό σε σχέση με αυτό που περίμενα, ατημέλητο μαλλί, μήκος αδιάφορο για όλους και περισσότερο για τον κάτοχο του, ρούχα κοινά, που να μην κάνουν εντύπωση, γένια αρκετών ημερών ως εβδομάδων. Κάρφωσα στα μάτια του, όχι για πάνω από κάποιες σύντομες στιγμές, δεν χρειάζονταν άλλωστε περισσότερο, το έπαιρνες χαμπάρι με την μία. Ηδονιστής υπό επήρρεια ουσιών με υποψία πως κάτι δεν δουλεύει τόσο καλά όσο το περίμενε, η αρχή της συνειδητοποίησης πως στην ευδαιμονία δεν υπάρχουν τυφλοσούρτηδες, χωρίς ακόμα να έχει καταφέρει να σχηματιστεί σε κάτι παραπάνω από ένα ύφος ανυπόμονο να γίνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα, έξω από την ηδονιστική φόρμουλα, αυτήν που σε λίγο καιρό θα είχε παρατήσει μια και για πάντα.

Χάθηκα στις σκέψεις μου και ούτε καν πρόσεξα πως είχε κατέβει ακριβώς μπροστά μου. Συνήθιζα να κατεβαίνω σε στάση αρκετά προηγούμενη από την δικιά μου, ήθελα πάντα να περπατάω κάποιο διάστημα για να καθαρίσει το μυαλό και σήμερα αντί για αυτό σύντομα κατάλαβα πως έβλεπα τον φίλο μου να περπατάει μπροστά μου, με ίδια βήματα μου να προχωράει, και να βαδίζει και να παραμερίζει εμπόδια και να σκοντάφτει, να σκουντουφλάει και να σέρνεται και να προχωράει με μια σιλουέτα που την ήξερα, την ήξερα και αυτή και τι ήθελε και τι έψαχνε και τι γούσταρε από την ζωή.

Ενστικτωδώς σκέφτηκα πως πρέπει να του μιλήσω, ένιωσα πως ήμουν ένοχος ενώ τον παρατηρούσα, σαν ματάκιας που έβλεπε το γαμήσι της ψυχής κάποιου άλλου, αλλά από την άλλη το χαιρόμουν, σαν ο θεός που ξέρει που είναι καταδικασμένος να καταντήσει ο καθένας, χαιρέκακα, έβλεπα την μία πιθανότητα πίσω από την άλλη για την κατάσταση του την επόμενη πενταετία, μέχρι που είδε το επόμενο περίπτερο και κοντοστάθηκε και πήρε μια μπύρα και ντράπηκα και στεναχωρήθηκα και σπάστηκα σαν τόσην ώρα να τα σκέφτομαι όλα αυτά για μένα τον ίδιο.

Με τον νου μου πήγα και τον ακούμπησα την πλάτη και όταν γύρισε άρχισα να του λέω τι κάνει τώρα, τι πρέπει να κάνει μετά και τι θα κάνει τελικά, ποιες οι λύσεις και ποια η πορεία του και να μην ανησυχεί για τώρα γιατί μετά θα τα καταλάβει όλα. Έτσι θα πρεπε να είναι μια τέτοια περίπτωση, το ήξερα αυτό, το είχα δει σε ταινίες και το χα διαβάσει κιόλας, και ξεκίνησα αλλά τότε κατάλαβα πως δεν είχα τίποτε να πω, πως θα γυρνούσε να με κοιτάξει όπως εγώ κοιτάω κάποιον ξένο, πως στο τέλος δεν θα βγει τίποτα, πως το πιθανότερο αντί να του μιλήσω να με έπιαναν τα ουρλιαχτά μέχρι να έρθει η αστυνομία να με μαζέψει.

Τότε έτυχε και πέρασε ένα μηχανάκι και τσαλαβούτισε σε κάτι λάσπες και πιτσίλισε και μένα και αυτόν, και γυρίσαμε και οι δύο τάχατε πως δεν είχαμε να κάνουμε τίποτα καλύτερο από το να τον βρίσουμε. Κι αφού αφήσαμε κι οι δύο λίγο ελεύθερα τα χαμηλά μας ένστικτα και ρίξαμε κάτι καλά γαμωσταυρίδια και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο, και τον είδα να με κοιτάει και να μιλάει τόσο γαμημένα ίδιος με μένα πριν από δέκα χρόνια, τον άφησα να πάει να πιει την μπύρα του και πήγα κατευθείαν στο σπίτι χωρίς να σηκώσω το βλέμμα από το πεζοδρόμιο. Ανέβηκα και άναψα την τηλεόραση και βγήκα στο μπαλκόνι και είδα πως ήταν νύχτα. Τόση διαολεμένη ησυχία δεν θύμαμαι να ξαναείχα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου