Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Αποσπάσματα από την ελληνική σουρεαλητεία

υπότιτλος: το ημερολόγιο του Γιάννη-Αγιάννη

Ήταν την εποχή που κάτι αεροπλάνα πέρασαν ξυστά πάνω απ’ το κεφάλι μου για να στραπατσαριστούν, σα μύγες σε κινούμενο πλαστικό πλέγμα, πάνω στο μεγάλο ροκέ του λευκού όταν συνέλαβα την ιδέα του χρόνου να κλέβει ιδιότητες από το πλάτος, το ύψος, και το μήκος...χωρίς να χάσω τον καιρό μου, ξετύλιξα τον γαλαξία, κι αφού είδα πως ήταν καλά, έσμπρωξα το πρώτο άστρο να φιλήσει το δεύτερο, που αηδιασμένο, άρχισε να τρέχει ,χωρίς να δει πως πάει να πέσει πάνω στο τρίτο….

-Α, ώστε έτσι έγινε, λοιπόν, πετάχτηκε η γκόμενα που, τι σύμπτωση!, κρατούσε μια κασέτα με τα κατορθώματα του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, μια ξύλινη σκούπα και τον Πανοραμίξ, όχι ως αυτοκόλλητο, ούτε ως κουκλάκι, μα ζωντανό, με σάρκα και οστά, και τα μακρύτερα μούσια που είχα δει ποτέ. Αφού τα έξυσε, έφυγε βιαστικά για να προλάβει τα μαγαζιά ανοιχτά και να πάρει κύβους knor, μα όταν κάποιος τον κορόιδεψε και αυτός ανέβασε το φερμουάρ, χτύπησε το μέτωπο με την παλάμη του και βλαστήμησε κάτι για τον Τουτηστών….

-εεε, μη βρίζεις, φώναξα, και συμπλήρωσα στο δελτίο Προ-Πο τους αγώνες που θα ήταν ακατάλληλοι για θέαση, αυτούς που θα έχουν τζερτζελέ, και αυτούς που θα έχουν αγωνία και ανατροπές, πιάνοντας ταυτόχρονα με την άκρη του ματιού μου τη δικιά μου να ρωτάει έναν περαστικό ″μήπως ξέρετε μέχρι ποιον αριθμό έφτασε το παιδάκι που μετρούσε τ’ άστρα″, για να πάρει την πληρωμένη απάντηση ″έξι και τέταρτο″…

-χα, χα, γέλασα, τέτοια γλέντια έχω να κάνω από τότε που εκσφενδόνισα τον πύργο του Α1 στον Παρθενώνα,.. κι αυτή παρεξηγήθηκε κι έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι για την πούτσα μου

-ει, έτρεξα από πίσω της, το μέγεθος δεν έχει σημασία, σημασία έχει η συμμετοχή, γιατί, αν περνάς καλά εκείνη την ώρα, αυτό περνάει και στον κόσμο… μάταια όμως, όλα είχαν τελειώσει, δε γινόταν τίποτα. Ο πανίσχυρος δρυίδης με λυπήθηκε και είπε τα παρακάτω λόγια:
-τι έιπε ο Αδαμ μετά την εγχείρηση;.. φέρτε μου πίσω το παϊδι μου…

Και τότε, ως εκ θαύματος, η γη σκίστηκε στα δύο, και μετά σ’ άλλα δύο, και σ’ άλλα δύο, και όταν στο τέλος κουράστηκε όλα τα κομμάτια άρχισαν να παίρνουν την μορφή ζευγών ανθρώπων νεκρών, από έτη, αιώνες, αλλά και φρέσκων· ήταν ο Σωκράτης που συζητούσε με τον Οβελίξ και για κάθε ατάκα που έλεγε έτρωγε μια μπούφλα για απάντηση, ο Κομφούκιος που έπαιζε καράτε με τον Μάο για το ποιος απέκτησε περισσότερους οπαδούς, η Έριδα και η Εύα που πετούσαν τα χρυσά μήλα των εσπερίδων σημαδεύοντας η μία το κεφάλι της άλλης, η Σιμον ντε Μποβουάρ που κυνηγούσε με μια χατζάρα τον Χαϊλάντερ φωνάζοντας ″στο τέλος θα μπορούσε να μείνει και μόνο μία″, σε μια γωνία ο Χίτλερ και η Μονρόε που ενώ φαινόταν να πηδιούνται στην πραγματικότητα δίναν ολοκληρωτική και μέχρι τέλους μάχη…″du hast keine elpida″, ακούστηκε κάποιος… και πριν προλάβω να σκεφτώ ήταν που είδα τον Πεσόα να έχει πιάσει το λαιμό του και να προσπαθεί να αυτοστραγγαλιστεί και άκουσα τον ίδιο με πριν να λέει ″ω, μα καλά, αυτός θα αποκλειστεί σίγουρα από τον πρώτο γύρο″…έψαξα για λίγο, γύρισα πέρα δώθε το κεφάλι μέχρι που τον εντόπισα και γύρισα προς το μέρος του, ήταν ένας τύπος με περικεφαλαία που με είχε πλησιάσει χωρίς να τον πάρω χαμπάρι. Στο ένα χέρι κρατούσε μια ξύλινη σφυρίχτρα και στο άλλο μια γυναίκα.

-Ποιος είσαι και τι γίνεται εδώ πέρα;

-Μα με ξέρεις, το όνομα είναι Όλος κι αυτοί είναι οι Υπερπάντιοι αγώνες…εσύ είσαι ο διαιτητής, και αυτά είναι τα εργαλεία σου είπε και κρέμασε τη σφυρίχτρα στο λαιμό μου και αυτά είναι τα δώρα σου και μου σμπρωξε την γκόμενα προς το μέρος μου...τότε ήταν που πρόσεξα το πρόσωπο της νεοφερμένης…πράγματι, σκέφτηκα, αυτή είναι· πριν προλάβω να του πω οτιδήποτε και να τον ευχαριστήσω που μεσολάβησε για να τα ξαναβρούμε είχε προλάβει να ορμήξει σ’ ένα ζεμένο πρόβατο και να χυμήξει προς την Αθηνά που είχε γυρισμένη την πλάτη· ″και τώρα οι δύο μας″ έσκουξε και της κατάφερε μια ροπαλιά στο κεφάλι… αυτό είναι άδικο σκέφτηκα και πήγα να σφυρίξω· τότε κατάλαβα πως έλειπε η μπίλια..

-Άσε με να σου δείξω πως λειτουργεί, άκουσα μια φωνή να μου προτείνει, που μ’ όλα αυτά είχα ξεχάσει…την πήρε, την έβαλε στο στόμα και είπε ″νικητής είναι ο διαιτητής″…και τότε όλοι σταμάτησαν και γύρισαν προς το μέρος μου. Οι φάτσες τους ήταν αγριεμένες. Μες τον γενικό χαμό ξεχώρισα τον Αϊνστάιν που εκσφενδόνιζε τις εξισώσεις του, τον Χριστό που λυσσαλέα επαναλάμβανε ανάμεσα στα δόντια του ″σε μισώ″, τον Μπετόβεν που βαρούσε το τύμπανο του πολέμου και πολλούς άλλους γνωστούς και γνωστούς μου.

Φοβισμένος, είπα ″νικητές είμαστε όλοι μας″ και τότε μέσα σε μία κίνηση η γη ξανακόλλησε, κι αμέσως εγώ βρέθηκα σε μια σούβλα· τα κάρβουνα τα φτιάχναν από τα έπιπλα του σπιτιού μου και τη φωτιά την άναψαν μ’ αυτό το γραπτό…παρόλο που δεν ένιωθα φυσικό πόνο οι λέξεις που άκουγα έσκιζαν τα σωθικά μου…

την έβλεπα που γυρνούσε την σούβλα, που όταν με κατάλαβε γύρισε προς το μέρος μου, έφτυσε και χλεύασε: ″γελοίε τρέμεις τη σκιά σου, απλά έπρεπε να επαναλάβεις τα λόγια εσύ″ και κατάλαβα τι εννοούσε και σε κάθε στροφή επαναλάμβανα ″νικητής είμαι εγώ!″, ″νικητής είμαι εγώ!″ μα πλέον ήταν αργά…όλοι γύρω από μένα γελούσαν κοροϊδευτικά….και όταν ετοιμάστηκα δεν καταδέχτηκαν καν να με φάνε· με πέταξαν σ’ ένα λευκό σκύλο με φτερά, που αφού με κατασπάραξε, έπαιζε με τα κόκκαλα μου για το υπόλοιπο της ζωής μου…………………………………………

-Δε θα ξαναφήσω να συμβεί κάτι τέτοιο, είπα από μέσα μου, και έβαλα κι άλλο εκατοστάρικο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου