Και εκεί που ξυριζόταν, συγκεκριμένα, ενώ σκεπτόταν που είχε βάλει την πετσέτα, ο Ιννοκέντιος της Αλάσκας τα κατάλαβε όλα. Του ήρθε έτσι, ξαφνικά, και έμεινε σαν μαλάκας με το στόμα ανοιχό να κοιτάει τον καθρέφτη. Όταν συνήλθε, αν ορίσουμε ως συνώνυμο του συνέρχομαι το ρήμα κουνιέμαι, χωρίς καν να απομακρύνει τους αφρούς από τα μάγουλα του, χωρίς ούτε να βγάλει την πιτζάμα του και να βάλει κάτι πρέπον, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Έφτασε μέχρι την αυλόπορτα, την άνοιξε, κοίταξε, αριστερά, μετά δεξιά, είδε κάποιον στην άλλη μεριά του δρόμου και έτρεξε να αποφύγει ένα διερχόμενο αμάξι περνώντας απέναντι βιαστικά, έτοιμος να μεταλαμπαδεύσει την νεοαποκτηθείσα γνώση του έστω και με το ζόρι στον όποιον πρώτο βρει στον δρόμο.
Πλησίασε με δρασκελιές και όταν έφτασε στο ένα μέτρο άνοιξε το στόμα του έτοιμος να ξεκινήσει, μα έμεινε έτσι καθώς ο άγνωστος (που αργότερα μάθαμε πως τον ελέγανε Ρούτγκερ Γιαν Σχιμελπένινκ) τον είχε προλάβει...με φωνή στεντόρεια μα βιαστική άρχισε:
Τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα, μα σήμερα πήγα να αγοράσω παντόφλες. Τις βρίσκω πολύ χρήσιμες, τις φοράς και δεν κρυώνουν τα πόδια σου, ή δεν λερώνονται αν είναι να βγεις έξω στο μπαλκόνι ή στον κήπο. Αυτά που βλέπεις τώρα πάνω μου δεν λέγονται έτσι, λέγονται παπούτσια και τα φοράω όταν είναι να πάω κάπου πιο μακριά από το σπίτι μου, να συμμετέχω στην κοινωνική ζωή ας πούμε. Πρόσεξες μάλλον πως περιβάλλονται από λεπτές ίνες που τα αγκαλιάζουν, αυτά είναι τα κορδόνια, και υπάρχουν για να στερεώνουν το πράγμα αυτό στο πόδι και να μην φεύγει κάθε που περπατάς πιο γρήγορα ή πιο έντονα, ας πούμε όταν τρέχεις να προλάβεις εκείνα τα μεγάλα κουβούκλια σε ρόδες. Θα εκπλαγείς αλλά παρά τα φαινόμενα, αυτά, τα κορδόνια, στην πραγματικότητα δεν περικυκλώνουν το ύφασμα αφού υπάρχουν μόνο στο πάνω μέρος του. Στο κάτω δεν έχει! Νά, δες!
είπε και έδειξε την πατούσα του, όπου πράγματι δεν φάνηκε τίποτα άλλο από ένα στέρεο, χοντρό ύφασμα, και ούτε ίχνος από κορδόνια. Ύστερα ο Ρούτγκερ έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση και ο Ιννοκέντιος της Αλάσκας ξαναξεκίνησε τον δρόμο του, θα τον ξεκινούσε δηλαδή αν δεν έπεφτε πάνω του με ορμή μια σαραντάρα κοκινομάλλα με σακούλες στα χέρια και κάτω απ' τα μάτια. Τον κοίταξε, ούρλιαξε "βοήηηηηθεια" φανερά επιτηδευμένα και σωριάστηκε στο χώμα. Αφού το μετάνιωσε να παραστήσει την λιπόθυμη ανακάθισε και με τα χέρια της να πετάν εδώ και εκεί και τον φόβο να έχει κιτρινήσει το πρόσωπο της άρχισε:
Τα γκρίζα πατώματα! Τα γκρίζα πατώματα! Υπάρχουν παντού! Με ακολουθούν απ το πρωί! Γκρίζα πατώματα με μια άσπρη γραμμή στην μέση και που και που άσπρες κάθετες λουρίδες! Σας παρακαλώ, πείτε τα να φύγουν! Σας παρακαλώ!
και ξέσπασε σε λυγμούς. Παρόλαυτα, ανάμεσα στα αναφιλητά της συνέχισε να επιχειρηματολογεί, και όσο περισσότερο απελπισμένη έμοιαζε η φάτσα της, όσο πιο πολύ έτρεμε από το κλάμα, τόσο πιο σταθερό γινόταν το χέρι της, που μόνο της θαρρείς έπαιρνε μια ρητορική σαφήνεια και καθοδηγούσε τους συλλογισμούς της:
Στην αρχή έκανα πως δεν τα έβλεπα. Είπα πως θα έχουν την διακριτικότητα και θα μ αφήσουν ήσυχη, θα φύγουν έλεγα, τι στο διάολο, θα κουραστούν να με παρακολουθούν, αν όχι τώρα σε 5 λεπτά, ή σε 10 ή σε μισή ώρα. Αλλά αυτά ήταν πάντα εκεί. Πήγα στην λαική να ψωνίσω και τα είδα κάτω από τους πάγκους και μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο, και εδώ εσείς σκέφτηκα με φρίκη, αλλά έκανα πως τάχατε δεν έχει συμβεί τίποτα. Ύστερα έφυγα και εκεί που περπατούσα σε ένα πεζοδρόμιο τα είδα πάλι να με κοιτάν απ' το πλάι, που και που έκαναν τις λευκές τους λουρίδες να είναι πιο αραίες ή πιο πυκνές, είμαι σίγουρη επίτηδες το έκαναν, και μετά πήγα για καφέ και ήταν πάλι εκεί και δεν άντεξα και το βαλα στα πόδια, να φτάσω σπίτι, να φτάσω σπίτι έλεγα μέσα μου, και όταν έφτασα τι είδα; Ήταν κι εκεί! Να, εδώ! Κι εδώ! Κι εδώ!
συνέχισε να λέει ενώ έδειχνε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο σε όλα τα τμήματα της διασταύρωσης. Τελικά, η δυστυχισμένη, Κορνηλία Μέτελλα την ελέγανε, έσπασε, ξάπλωσε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να χτυπιέται φωνάζοντας "και τι είναι τελός πάντων αυτά τα τετράγωνα-τετράγωνα ξυστά στα γκρίζα πατώματα, πάρτε τα από κάτω μου, σας παρακαλώ".
Ο Ιννοκέντιος της Αλάσκας δεν κάθισε άλλο. Θυμήθηκε γιατί είχε βγει και βιάστηκε να ξεμακρύνει και ούτε που το κατάλαβε πότε έφτασε σε μια μεγάλη πλατεία. Αυτό είναι ωραίο μέρος για να τα πω αυτά που θέλω, σκέφτηκε από μέσα του, και έφτασε στο μέσο της, σκαρφάλωσε στον αδριάντα του Κούλη Στολίγκα, καθάρισε τον λαιμό του και φώναξε δυνατά κι αποφασιστικά, λες και σκόπευε να τον ακούσει η οικουμένη:
Σήμερα, εκεί που έκοβα τις τρίχες του προσώπου μου τα κατάλαβα όλα! Σήμερα, εκεί που έκοβα τις τρίχες του προσώπου μου τα κατάλαβα όλα! Οι τρίχες πρέπει να ξυρίζονται γιατί σε αντίθετη περίπτωση γίνονται πολύ μεγάλες! Και όταν γίνονται μεγάλες μπαίνουν στην σούπα! ...
Και συνέχισε. Όμως δεν κατάφερε να μαζέψει ούτε έναν ακροατή αφού ο κόσμος δεν έδωσε καμία σημασία στον τρελό. Ο καθένας βάδιζε για κάπου, κι αν όχι, ήταν γιατί φώναζε ή ακουγε μια νέα βαθυστόχαστη αλήθεια, που έλεγε πως το γρασίδι είναι πράσινο, το ρολόι όταν τελειώνει έναν κύκλο ξεκινάει έναν άλλο, το πηρούνι βοηθάει να φέρνουμε την τροφή κοντά στο στόμα μας και άλλα τέτοια...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου