Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Βιβλίο 6 - Φερντινάντ Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας

Η υπόθεση: μια τραπεζοϋπάλληλος ερωτεύεται το αφεντικό της. Καθώς προσπαθεί να τον προσεγγίσει συνειδητοποιεί πως αυτός είναι λεγκολάγνος και ο μόνος τρόπος να ερεθιστεί είναι βλέποντας ανθρωπάκια από λέγκο να παριστάνουν πως συνουσιάζονται. Συντετριμμένη μιλάει στην καλύτερη της φίλη, η οποία της αποκαλύπτει πως είναι η πρώην γυναίκα του, και πως τον άφησε μετά από χρόνια που προσπαθούσε να ανεχτεί τις παρεκτροπές του. Ένας ακόμα πιο στενός δεσμός φιλίας αναπτύσσεται μεταξύ τους, ο οποίος επισημοποιείται με την κοινή φυγή τους στην Νέα Υόρκη. Εκεί περνάνε την μέρα τους κάνοντας ψώνια και λεσβιακά.

Η υπόθεση: Ένας τύπος προσπαθεί να επιβιώσει στον πλανήτη κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Αυτό. Βασικά υπόθεση μοιάζει σαν να μην υπάρχει. Το ίδιο και ο πρωταγωνιστής, μοιάζει σαν να μην είναι κάποιος συγκεκριμένος, σαν να είναι η προσωποποίηση του λαού αν αυτός είχε επίγνωση της πραγματικότητας που ζει. Για αυτό και ο χαρακτήρας του παρά το γεγονός πως αναλύεται σε βάθος, παραμένει κάπως θολός, απροσδιόριστος, δεν είναι ο ήρωας του Ντοστό που είναι τόσο πραγματικός που περιμένεις να χτυπήσει το κουδούνι και να δεις μπροστά σου κάποιον που θα λέει "χαίρετε, με λένε Ρασκόλνικοφ", είναι σαν να λέμε ο "Μέσος Άνθρωπος". Η μόνη του διαφορά με αυτόν είναι πως ο ήρωας του Σελίν έχει γνώση της κατάστασης του, δεν είναι παραζαλισμένος από την καθημερινότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις, τους μηχανισμούς καθοδήγησης, όχι, έχει πλήρη επίγνωση του τι του συμβαίνει.

Αυτό που μ' άρεσε περισσότερο στο βιβλίο είναι πως δεν προτείνει λύσεις. Σαν να λέει "εγώ σας δείχνω πως είναι τα πράματα", αν θα κάνετε κάτι και τι θα είναι αυτό είναι δικό σας θέμα. Σε όλο το βιβλίο είναι φανερό πως ο Σελίν προσπαθεί να αποφύγει πάσι θυσία την στοίχιση με κάποια πολιτική ιδεολογία ή ηθική. Για αυτό και όλες οι εκ των υστέρων προσπάθειες να καπελώσουν το βιβλίο ήταν εξαρχής αποτυχημένες. Κομμάτια του ή πτυχές του μπορεί να φαίνονται πως ανήκουν στην μια ή στην άλλη ιδεολογία (π.χ. η εκπληκτική περιγραφή του πολέμου (η καλύτερη που έχω διαβάσει) βρωμοκοπάει αναρχίλα ή οι συνεχείς αναφορές του σε "μοίρα των φτωχών" σε αντιπαράθεση με αυτή των αστών κάνουν κρα πως εδράζονται σε κάποιον ταξικό διαχωρισμό), αλλά σαν σύνολο το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" δεν προωθεί καμία πρόταση, και άρα, για να παραφράσω τον Νίτσε, ανήκει σε κανέναν και σε όλους ταυτόχρονα.

Πρόσθετα, η γλώσσα του είναι μοναδική, όντας ένα κράμα καθομιλουμένης (εώς αργκό) και λόγιας. Ξανά θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως πρόκειται για μια δυνητική λαϊκή γλώσσα, στην υποθετική περίπτωση ενός λαού πραγματικά μορφωμένου (όχι γραμματιζούμενου) που είναι σε θέση να μπολιάσει την καθομιλουμένη με λόγια στοιχεία που θα την απογειώσουν. Τέλος, ο τύπος είναι εντελώς μάστορας. Τι να λέμε τώρα, ώρες-ώρες και καθώς διαβάζεις την μια καλοσχηματισμένη φράση πίσω απ' την άλλη νιώθεις σαν να βρίσκεσαι θεατής ενός ανελέητου γρονθοκοπήματος. Μέσα σε ένα και μόνο βιβλίο υπάρχουν δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, προτάσεις που θα μπορούσαν να σταθούν σαν τσιτάτα από αυτά που νυχθημερόν πασχίζουν να βρουν ο άλφα-βήτα ημιταλαντούχος για να τα περιφέρει στην τελεβιζιόν έναντι μιας θέσης στην επετηρίδα της κρατικής βόλεψης...

Από την άλλη, ομολογώ πως αυτή η συνεχής μιζέρια σε κάποιο σημείο με κούρασε. "Όχι άλλο κάρβουνο, Φερδινάνδε" φώναζα από μέσα μου ενώ ο Σελίν δώστου και συνέχιζε τις περιγραφές της αθλιότητας και όσων σκοτεινών σημείων της ύπαρξης του είχαν ακόμα ξεφύγει. Δεν ξέρω, ίσως αν το διάβαζα σε άλλο μουντ να μην είχα τέτοιες αντιρρήσεις, αλλά μια φορά εμένα αυτό το συνεχές "κατηγορώ" καμιά φορά μου φαινόταν πως ξέφευγε και έτεινε να εκφυλιστεί σε εκνευριστικό μονότονο μουρμουρητό θείτσας που της κάηκε το φαγητό.

Περισσότερο όμως, με χάλασε το γεγονός πως αυτή η διαρκής κατάσταση είναι έξω από την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Όντας οπαδός (και ποιος δεν είναι άλλωστε;) του Ντοστό, περιμένω από κάποιον που ισχυρίζεται πως γράφει ρεαλιστικά να μην έχει τρανταχτές παρανοήσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας. Περιμένω δηλαδή να μην υπάρχουν μη-ρεαλιστικά στοιχεία στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Και αυτή η μόνιμη μίρλα δεν είναι στην φύση του ανθρώπου. Δεν γίνεται ρε άνθρωπε μόλις να έχεις ξεφύγει από του χάρου τα δόντια από την Αφρική αφού πρώτα την έχεις σκαπουλάρει απ' τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, να σκας στο Αμέρικα και το πρώτο πράμα που να σκέφτεσαι να είναι "τι χάλια που είναι εδώ"!! Δεν γίνεται, είναι μη-ανθρώπινο, είναι βέβαιο πως για κανά μήνα τουλάχιστον όποιος και να σαι θα είσαι σε κατάσταση ευφορίας, θα βλέπεις τον ήλιο πιο λαμπρό, τα φαγητά πιο νόστιμα και τα σκατά σου να μυρίζουν λεβάντα. Έχω την υποψία πως αυτό το είχε διαγνώσει και ο μαθητής του Σελίν και μάστορας της αναπαράστασης της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, Μπουκόφσκι (παρεπιφτόντως, διαβάζοντας το, κάνει κρα πως το "Ταξίδι" είναι η πιο σημαντική επιρροή του Μπουκόφσκι), και για αυτό σχεδόν πάντα φρόντιζε να παρεμβάλλει ανάμεσα στην μία θλίψη και στην επόμενη ευτυχισμένα ιντερλούδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου