Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

H ζωή που περνά και κλάνετε (Χόρχε Μπάριος)

Είπα να πιω μπάφους μετά από κάτι μήνες. Κομμάτια πέρασα μπροστά από ένα περίπτερο. Στάθηκα και αγόρασα μια μπύρα. Έψαξα τις τσέπες μου και σημείωσα στο μυαλό μου τα λεφτά που είχα, έδωσα όσα αντιστοιχούσαν στο κουτάκι που μάζεψα και έφυγα. Σύντομα είχα μετανιώσει που την έβγαζα με αλουμίνιο. Αυτά είναι μαλακίες, μπύρα θέλει μπουκάλι, και καλύτερη γεύση έχει, και κατεβαίνει καλύτερα, και τουλάχιστον υπάρχει κάποιος σεβασμός σε αυτό που καταναλώνεις. Τελειώνοντας το, θα το σπάσεις σε έναν τοίχο ή ακόμα και σ' ένα κεφάλι, το πιθανότερο να το πετάξεις κάτω στο κράσπεδο με δύναμη, ή να το αφήσεις σε έναν μεταλλικό κάδο που δε θα το δεχτεί χωρίς να ρουφιανέψει σε όλη την κοιμώμενη πόλη την παρουσία και την μπέκρα σου...για αυτό θα προτιμήσεις να το ρημάξεις στην άσφαλτο ή να κατεβάσεις μια τζαμαρία, έναν τσαμπουκά ρε πούστηδες φέρτε μου, ένα αλάνι να αλληλοσπάσουμε γυαλιά στα κεφάλια μας...

Τέλος πάντων, ξέφυγα πάλι. Ο γιατρός μου μου είπε να μην την πίνω. Απαρχή σχιζοειδούς προσωπικότητας με χρόνια μανιοκατάθλιψη, το καλύτερο είναι να κάθεσαι με ένα καλοριφέρ αγκαλιά να παρακολουθείς την τηλεόραση να μεγαλώνει. Υπάρχει ένα φωτεινό και ένα σκοτεινό κομμάτι μου. Κάθε που πίνω έρχεται η λύτρωση, έχω παραδοθεί στα χειρότερα ένσιτκτα μου, δεν χρειάζεται τίποτα να με απασχολεί για το μέλλον, απώτερο ή κοντινό, ήδη έχω φτάσει στον πάτο. Μπορώ επιτέλους να ηρεμήσω και να συγκεντρωθώ σε αυτό που δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι αφομοιωμένος από αυτό που θα είμαι, αλλά τότε είναι, που σαν να το κάνω επίτηδες και μου ρχεται η τάση να κάνω κάποια μαλακία που ακόμα και την τάξη αυτή των πραγμάτων θα ανατρέψει, τότε είναι που μου ρχεται και γίνομαι και γαμώ τα παιδιά. Τότε λέω σ' αγαπώ και τότε πλακώνομαι στο ξύλο για άλλους, τότε κερνάω ότι κουβαλάω στα χείριστα ξύδια και τότε ψάχνω θυροτηλέφωνα για να δω αν έμειναν οι παλίες φίλες μου στην γειτονιά που τις αγάπησα.

Σταμάτησα έξω από το στενό, κάπου μέσα στην Ναυαρίνου. Σήκωνα το φερμουάρ απ' το κατούρημα στην εκκλησία όταν το πρόσεξα, έριξα μια ματιά στο αλουμίνι, το κούνησα πέρα δώθε για να σιγουρευτώ πως τίποτα δεν έμεινε και το πέταξα μέσα στα σκουπίδια που βρίσκονταν σχεδόν παντού. Περπάτησα με δήθεν επιτηδευμένο ύφος, σαν να με τραβάω ταινία, και την ίδια στιγμή που με έβριζα για το ότι είμαι τόσο ψωνάρα που ώρες ώρες κάνω σαν να με τραβάνε ταινία πλησίασα και κοίταξα το χαρτάκι στο θυροτηλέφωνο που ήξερα πριν από 13 χρόνια. Ετοιμάστηκα να συγκρίνω αυτό που θα έβρισκα με το παλιό λιγδωμένο που σε είχα βοηθήσει τότε να βάλεις όταν σαν μαλάκας κατάλαβα πως ήταν το ίδιο, τόσα χρόνια δεν είχε βρεθεί κανείς να τ' αλλάξει. Ακόμα και την δαχτυλιά μου από γύρο όταν αρχίζαμε να παραγνωριζόμαστε είχε ίδια και απαράλλαχτη. Βέβαιως αυτό δεν το πρόσεξα παρά την δεύτερη φορά που πλησίασα.

Γιατί την πρώτη η έκπληξη μου ήταν τόση που ενστικτωδώς απομακρύνθηκα σαν να κοίταξα κάτι που δεν ήταν να βρίσκεται εκεί. Σαν από την μία μεριά να ανοίγεται ένα κουτί με θησαυρό, σαν από την άλλη να ξέρω πως αυτός δεν πρόκειται να μου βγει σε καλό. Ξαναγύρισα και μελέτησα όλες τις λεπτομέρεις απ' το χαρτάκι, είχε μείνει απαράλλαχτα ίδιο το γαμημένο, κατέληξα πριν αρχίσω να απομακρύνομαι. Άραγε πέρασες ποτέ εσύ ξανά ή κι εσύ έχεις πλήρη άγνοια; Αναρωτιέμαι, αν αύριο πεθάνω ένα από τα ελάχιστα δημιουργήματα στον κόσμο θα είναι κι αυτή μου η δαχτυλιά σε ένα κουδούνι που κανένας δικός μου δε θυμάται, που κανένας δικός μου δεν θα βρει ποτέ και που κανένας δικός μου δεν έμεινε ποτέ; Μια πουτάνα, ένα μουνί κι εγώ ένας πούτσος. Σε θυμήθηκα, σε είδα στα καλύτερα μας, τίποτα το εξαιρετικό, πραγματικά, δεν άξιζε τον κόπο, για αυτό το διαλύσαμε νωρίς. Αν σε έβλεπα τώρα όμως, μετά από αυτό, τώρα ναι, μπορεί να σ' αγαπούσα, τώρα θα είχα ένα λόγο, θα σ' έβλεπα ξανά και θα ήταν όλα διαφορετικά και θα έμενε μια αίσθηση πως όλα γίνονται ακόμα και αν έχεις προ πολλού ξεγράψεις την πιθανότητα τους να γίνουν.

Ένα τζάμι έκρυβε πίσω του τον ψιλικατζή που πήγαινα τα παλιά χρόνια να πάρω μπύρες. Δεν μιλούσε ποτέ, οι φίλοι μου στέλναν εμένα γιατί ήμουν ο μόνος που του έπαιρνα κουβέντα, κι αυτό γιατί του απάντησα κάποτε κατά τύχη "μαλακίες" όταν μου είπε να πάω πιο πέρα γιατί του έκρυβα την τηλεόραση. Πίστευα για πολύ καιρό πως είχε ξεχάσει ποιος είμαι, και για ακόμα παραπάνω πως το ότι δεν μιλούσε πολύ δεν οφειλόταν σε κάποια γαματοσύνη όπως νομίζαμε τότε αλλά σε κάποια αρρώστια που τον έκανε να μην μπορεί να μιλήσει καλά. Του ζήτησα να ανοίξει την μπύρα και βγήκα με το μπουκάλι. Περπάτησα δυο μέτρα και είδα κάτι φοιτητάκια πιτσιρικάδες να είναι τόσο μαλάκες που να σου ρχεται να τους σκοτώσεις έναν έναν και να τους απλώσεις απ' την πλατεία χημείου από μακάβρια μπουγάδα απ' άκρη σ' άκρη. Για τον πούτσο σκέφτηκα και άρχισα να ψιθυρίζω, όλο και πιο δυνατά "οε, ρουφιάνος αριανός, δε γίνεται αλλιώς και μια ζωή παλιοπουτάνας γιος" μετρώντας όποιον διασταυρωνόμουν....απάντα ρε πούστη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου