Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Βιβλίο 7 - Στράτος Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη

ή όπως θα λεγόταν καλύτερα, το ποστ-ντοκ ενός πολλά υποσχόμενου ιστορικού.

Εξηγούμαι. Ο Δορδανάς είναι λέκτορας στο ιστορικό της Θεσσαλονίκης και στην σύντομη καριέρα του έχει εξειδικευτεί και αναλύσει σε μια σειρά βιβλίων την Βόρεια Ελλάδα κατά την δεκαετία του 1940. Το πιο ώριμο και το πιο πετυχημένο του είναι το τελευταίο, που αναφέρεται στον δοσιλογισμό και στην πορεία των δοσίλογων μετά το τέλος του β' παγκοσμίου πολέμου.

Δύο είναι τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν το στυλ του. Πρώτον, η απόσταση από τα γεγονότα. Ανήκοντας σε μια γενιά που έχει μεγαλώσει στην εθνική συμφιλίωση (είναι μικρότερος από 40 χρονών) καταφέρνει και παίρνει μια πραγματικά αντικειμενική οπτική απέναντι στα πράματα, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν η μία ή η άλλη του κουβέντα θα παρεξηγηθεί από κάποιον αγκυλωμένο στο παρελθόν. Δεύτερον, η προσωποποίηση των γεγονότων. Σε μια εποχή που ο κόσμος έχει ανάγκη την ταυτοποίηση των αληταράδων που μοιράζονται την ευθύνη για την κατάντια της χώρας ο Δορδανάς ακολουθεί την γενική επιταγή και βγάζει στην φόρα ονοματεπώνυμα! Και όχι 1-2, όλοι (εκτός των ελαχίστων που είναι ακόμα ζωντανοί) αναφέρονται ονομαστικά και όχι, όπως ήταν το καθιερωμένο, με κρυμμένα τα πραγματικά τους στοιχεία.

Αφού διάβασα το βιβλίο πέτυχα στον Ριζοσπάστη να αναφέρονται στον Δορδανά ως έναν από τους σοβαρότερους "συντηρητικούς" ιστορικούς. Ο χαρακτηρισμός "συντηρητικός" δικαιολογούνταν στην συνέχεια από το ότι ο Δορδανάς δεν επιχειρεί να εξηγήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δοσίλογων με βάση την μη-κομμουνιστική ιδεολογία τους! Προσωπικά, αυτή η άρνηση του να μπλέξει σε φιλοσοφικές ακροβασίες για να δώσει ενδείξεις της ανωτερότητας της άλφα ή της βήτα ιδεολογίας δεν νομίζω πως δείχνει τίποτα παραπάνω από επιστημονική σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα του. Γενικά, ο Δορδανάς φροντίζει να τονίσει άμεσα και έμμεσα πως το έργο του είναι ιστορικό βιβλίο και όχι βιβλίο που χρησιμοποιεί την ιστορία για πολιτικούς λόγους ή για να αποκαταστήσει μερικές δεκαετίες αργότερα το περί δικαίου αίσθημα της εποχής εκείνης. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει να κρατάει αποστάσεις από τα πράγματα, να μην μιλάει ποτέ σε πρώτο ή σε δεύτερο ενικό, ούτε να παρασύρεται σε σχόλια που θα μπορούσε άνετα να κάνει, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο εύκολο θέμα (όσον αφορά το ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις), εκτός μιας λεπτής ειρωνείας που κατά διαστήματα δεν αποφεύγει.

Άλλο χαρακτηριστικό που μ άρεσε, ο τρόπος γραφής του. Προκειμένου να αναφερθεί σε ένα φαινόμενο με την μαζικότητα που είχε ο δοσιλογισμός (μια από τις αυταπάτες που έρχεται να διαλύσει ο Δορδανάς είναι πως ο δοσιλογισμός ήταν ένα ελάσσων φαινόμενο που αφορούσε μόνο μια χούφτα προδότες) και για να μην πνιγεί από τα δεδομένα, αυτός επικεντρώνεται κυρίως σε κάποια εμβληματικά χαρακτηριστικά παραδείγματα και οδηγεί την σκέψη του κυρίως μέσα από αυτά. Έτσι, όταν μιλάει για την νόθευση της αντίστασης με την βοήθεια δοσίλογων που αφού πήραν άφεση αμαρτιών κατέβηκαν στον πολιτικό στίβο και απέκτησαν εξουσία μας περιγράφει την ιστορία του βουλευτή Κιλκίς και Κοζάνης Κώστα Παπαδόπουλο, όταν μιλάει για την ιστορική μνήμη αναφέρεται στην μάχη του Κιλκίς κλπ.

Βεβαίως, το βασικότερο είναι η ποιότητα της έρευνας που έκανε, που είναι εξαιρετική. Πλήθος ιστορικών στοιχείων και πηγών και πρόσθετα ένα γύρω στο 100σέλιδο παράρτημα με σκίτσα του (κυρίως αριστερού) τύπου για τους δοσίλογους, φωτογραφίες, γράμματα δοσίλογων από την φυλακή προς πολιτικούς παράγοντες και δικηγόρους, και λοιπά ενδιαφέροντα ντοκουμέντα. Αυτά, συν ένα γαμάτο αφιέρωμα στο (με ρίζες στον δοσιλογισμό) παρακράτος της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του 60 και την δολοφονία Λαμπράκη είναι αρκετοί λόγοι για να το διαβάσει κανείς.

Στα αρνητικά, η εμφανής ατολμία του. Για αυτό και αναφέρομαι στην αρχή σε ποστ-ντοκ και όχι σε ιστορικό έργο, γιατί σαν ακόμα να μην έχει καταλάβει πως έχει ανεξαρτητοποιηθεί και μπορεί να έχει δικιά του οπτική επί των πραγμάτων. Έτσι, ο κριτικός λόγος του είναι μοιραία ρηχός. Βέβαια, από την μία μεριά σκέφτομαι πως ίσως είμαι κακομαθημένος απ τον Χόμπσμπαουμ και περιμένω το κάθε σχόλιο του ιστορικού να προσφέρει μια οπτική γωνία που εκ πρώτης άποψης δεν σου είχε γίνει αντιληπτή. Από την άλλη, όμως, η ποιότητα του έργου του Δορδανά είναι τέτοια που η απαίτηση να εξισωθεί με τους ελάχιστους "χομπσμπαούμηδες" που κυκλοφορούν δεν είναι τόσο υπερβολική. Το αν θα το πετύχει μένει να δούμε στο μέλλον...

Βιβλίο 6 - Φερντινάντ Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας

Η υπόθεση: μια τραπεζοϋπάλληλος ερωτεύεται το αφεντικό της. Καθώς προσπαθεί να τον προσεγγίσει συνειδητοποιεί πως αυτός είναι λεγκολάγνος και ο μόνος τρόπος να ερεθιστεί είναι βλέποντας ανθρωπάκια από λέγκο να παριστάνουν πως συνουσιάζονται. Συντετριμμένη μιλάει στην καλύτερη της φίλη, η οποία της αποκαλύπτει πως είναι η πρώην γυναίκα του, και πως τον άφησε μετά από χρόνια που προσπαθούσε να ανεχτεί τις παρεκτροπές του. Ένας ακόμα πιο στενός δεσμός φιλίας αναπτύσσεται μεταξύ τους, ο οποίος επισημοποιείται με την κοινή φυγή τους στην Νέα Υόρκη. Εκεί περνάνε την μέρα τους κάνοντας ψώνια και λεσβιακά.

Η υπόθεση: Ένας τύπος προσπαθεί να επιβιώσει στον πλανήτη κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Αυτό. Βασικά υπόθεση μοιάζει σαν να μην υπάρχει. Το ίδιο και ο πρωταγωνιστής, μοιάζει σαν να μην είναι κάποιος συγκεκριμένος, σαν να είναι η προσωποποίηση του λαού αν αυτός είχε επίγνωση της πραγματικότητας που ζει. Για αυτό και ο χαρακτήρας του παρά το γεγονός πως αναλύεται σε βάθος, παραμένει κάπως θολός, απροσδιόριστος, δεν είναι ο ήρωας του Ντοστό που είναι τόσο πραγματικός που περιμένεις να χτυπήσει το κουδούνι και να δεις μπροστά σου κάποιον που θα λέει "χαίρετε, με λένε Ρασκόλνικοφ", είναι σαν να λέμε ο "Μέσος Άνθρωπος". Η μόνη του διαφορά με αυτόν είναι πως ο ήρωας του Σελίν έχει γνώση της κατάστασης του, δεν είναι παραζαλισμένος από την καθημερινότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις, τους μηχανισμούς καθοδήγησης, όχι, έχει πλήρη επίγνωση του τι του συμβαίνει.

Αυτό που μ' άρεσε περισσότερο στο βιβλίο είναι πως δεν προτείνει λύσεις. Σαν να λέει "εγώ σας δείχνω πως είναι τα πράματα", αν θα κάνετε κάτι και τι θα είναι αυτό είναι δικό σας θέμα. Σε όλο το βιβλίο είναι φανερό πως ο Σελίν προσπαθεί να αποφύγει πάσι θυσία την στοίχιση με κάποια πολιτική ιδεολογία ή ηθική. Για αυτό και όλες οι εκ των υστέρων προσπάθειες να καπελώσουν το βιβλίο ήταν εξαρχής αποτυχημένες. Κομμάτια του ή πτυχές του μπορεί να φαίνονται πως ανήκουν στην μια ή στην άλλη ιδεολογία (π.χ. η εκπληκτική περιγραφή του πολέμου (η καλύτερη που έχω διαβάσει) βρωμοκοπάει αναρχίλα ή οι συνεχείς αναφορές του σε "μοίρα των φτωχών" σε αντιπαράθεση με αυτή των αστών κάνουν κρα πως εδράζονται σε κάποιον ταξικό διαχωρισμό), αλλά σαν σύνολο το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" δεν προωθεί καμία πρόταση, και άρα, για να παραφράσω τον Νίτσε, ανήκει σε κανέναν και σε όλους ταυτόχρονα.

Πρόσθετα, η γλώσσα του είναι μοναδική, όντας ένα κράμα καθομιλουμένης (εώς αργκό) και λόγιας. Ξανά θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως πρόκειται για μια δυνητική λαϊκή γλώσσα, στην υποθετική περίπτωση ενός λαού πραγματικά μορφωμένου (όχι γραμματιζούμενου) που είναι σε θέση να μπολιάσει την καθομιλουμένη με λόγια στοιχεία που θα την απογειώσουν. Τέλος, ο τύπος είναι εντελώς μάστορας. Τι να λέμε τώρα, ώρες-ώρες και καθώς διαβάζεις την μια καλοσχηματισμένη φράση πίσω απ' την άλλη νιώθεις σαν να βρίσκεσαι θεατής ενός ανελέητου γρονθοκοπήματος. Μέσα σε ένα και μόνο βιβλίο υπάρχουν δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, προτάσεις που θα μπορούσαν να σταθούν σαν τσιτάτα από αυτά που νυχθημερόν πασχίζουν να βρουν ο άλφα-βήτα ημιταλαντούχος για να τα περιφέρει στην τελεβιζιόν έναντι μιας θέσης στην επετηρίδα της κρατικής βόλεψης...

Από την άλλη, ομολογώ πως αυτή η συνεχής μιζέρια σε κάποιο σημείο με κούρασε. "Όχι άλλο κάρβουνο, Φερδινάνδε" φώναζα από μέσα μου ενώ ο Σελίν δώστου και συνέχιζε τις περιγραφές της αθλιότητας και όσων σκοτεινών σημείων της ύπαρξης του είχαν ακόμα ξεφύγει. Δεν ξέρω, ίσως αν το διάβαζα σε άλλο μουντ να μην είχα τέτοιες αντιρρήσεις, αλλά μια φορά εμένα αυτό το συνεχές "κατηγορώ" καμιά φορά μου φαινόταν πως ξέφευγε και έτεινε να εκφυλιστεί σε εκνευριστικό μονότονο μουρμουρητό θείτσας που της κάηκε το φαγητό.

Περισσότερο όμως, με χάλασε το γεγονός πως αυτή η διαρκής κατάσταση είναι έξω από την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Όντας οπαδός (και ποιος δεν είναι άλλωστε;) του Ντοστό, περιμένω από κάποιον που ισχυρίζεται πως γράφει ρεαλιστικά να μην έχει τρανταχτές παρανοήσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας. Περιμένω δηλαδή να μην υπάρχουν μη-ρεαλιστικά στοιχεία στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Και αυτή η μόνιμη μίρλα δεν είναι στην φύση του ανθρώπου. Δεν γίνεται ρε άνθρωπε μόλις να έχεις ξεφύγει από του χάρου τα δόντια από την Αφρική αφού πρώτα την έχεις σκαπουλάρει απ' τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, να σκας στο Αμέρικα και το πρώτο πράμα που να σκέφτεσαι να είναι "τι χάλια που είναι εδώ"!! Δεν γίνεται, είναι μη-ανθρώπινο, είναι βέβαιο πως για κανά μήνα τουλάχιστον όποιος και να σαι θα είσαι σε κατάσταση ευφορίας, θα βλέπεις τον ήλιο πιο λαμπρό, τα φαγητά πιο νόστιμα και τα σκατά σου να μυρίζουν λεβάντα. Έχω την υποψία πως αυτό το είχε διαγνώσει και ο μαθητής του Σελίν και μάστορας της αναπαράστασης της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, Μπουκόφσκι (παρεπιφτόντως, διαβάζοντας το, κάνει κρα πως το "Ταξίδι" είναι η πιο σημαντική επιρροή του Μπουκόφσκι), και για αυτό σχεδόν πάντα φρόντιζε να παρεμβάλλει ανάμεσα στην μία θλίψη και στην επόμενη ευτυχισμένα ιντερλούδια.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

H ζωή που περνά και κλάνετε (Χόρχε Μπάριος)

Είπα να πιω μπάφους μετά από κάτι μήνες. Κομμάτια πέρασα μπροστά από ένα περίπτερο. Στάθηκα και αγόρασα μια μπύρα. Έψαξα τις τσέπες μου και σημείωσα στο μυαλό μου τα λεφτά που είχα, έδωσα όσα αντιστοιχούσαν στο κουτάκι που μάζεψα και έφυγα. Σύντομα είχα μετανιώσει που την έβγαζα με αλουμίνιο. Αυτά είναι μαλακίες, μπύρα θέλει μπουκάλι, και καλύτερη γεύση έχει, και κατεβαίνει καλύτερα, και τουλάχιστον υπάρχει κάποιος σεβασμός σε αυτό που καταναλώνεις. Τελειώνοντας το, θα το σπάσεις σε έναν τοίχο ή ακόμα και σ' ένα κεφάλι, το πιθανότερο να το πετάξεις κάτω στο κράσπεδο με δύναμη, ή να το αφήσεις σε έναν μεταλλικό κάδο που δε θα το δεχτεί χωρίς να ρουφιανέψει σε όλη την κοιμώμενη πόλη την παρουσία και την μπέκρα σου...για αυτό θα προτιμήσεις να το ρημάξεις στην άσφαλτο ή να κατεβάσεις μια τζαμαρία, έναν τσαμπουκά ρε πούστηδες φέρτε μου, ένα αλάνι να αλληλοσπάσουμε γυαλιά στα κεφάλια μας...

Τέλος πάντων, ξέφυγα πάλι. Ο γιατρός μου μου είπε να μην την πίνω. Απαρχή σχιζοειδούς προσωπικότητας με χρόνια μανιοκατάθλιψη, το καλύτερο είναι να κάθεσαι με ένα καλοριφέρ αγκαλιά να παρακολουθείς την τηλεόραση να μεγαλώνει. Υπάρχει ένα φωτεινό και ένα σκοτεινό κομμάτι μου. Κάθε που πίνω έρχεται η λύτρωση, έχω παραδοθεί στα χειρότερα ένσιτκτα μου, δεν χρειάζεται τίποτα να με απασχολεί για το μέλλον, απώτερο ή κοντινό, ήδη έχω φτάσει στον πάτο. Μπορώ επιτέλους να ηρεμήσω και να συγκεντρωθώ σε αυτό που δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι αφομοιωμένος από αυτό που θα είμαι, αλλά τότε είναι, που σαν να το κάνω επίτηδες και μου ρχεται η τάση να κάνω κάποια μαλακία που ακόμα και την τάξη αυτή των πραγμάτων θα ανατρέψει, τότε είναι που μου ρχεται και γίνομαι και γαμώ τα παιδιά. Τότε λέω σ' αγαπώ και τότε πλακώνομαι στο ξύλο για άλλους, τότε κερνάω ότι κουβαλάω στα χείριστα ξύδια και τότε ψάχνω θυροτηλέφωνα για να δω αν έμειναν οι παλίες φίλες μου στην γειτονιά που τις αγάπησα.

Σταμάτησα έξω από το στενό, κάπου μέσα στην Ναυαρίνου. Σήκωνα το φερμουάρ απ' το κατούρημα στην εκκλησία όταν το πρόσεξα, έριξα μια ματιά στο αλουμίνι, το κούνησα πέρα δώθε για να σιγουρευτώ πως τίποτα δεν έμεινε και το πέταξα μέσα στα σκουπίδια που βρίσκονταν σχεδόν παντού. Περπάτησα με δήθεν επιτηδευμένο ύφος, σαν να με τραβάω ταινία, και την ίδια στιγμή που με έβριζα για το ότι είμαι τόσο ψωνάρα που ώρες ώρες κάνω σαν να με τραβάνε ταινία πλησίασα και κοίταξα το χαρτάκι στο θυροτηλέφωνο που ήξερα πριν από 13 χρόνια. Ετοιμάστηκα να συγκρίνω αυτό που θα έβρισκα με το παλιό λιγδωμένο που σε είχα βοηθήσει τότε να βάλεις όταν σαν μαλάκας κατάλαβα πως ήταν το ίδιο, τόσα χρόνια δεν είχε βρεθεί κανείς να τ' αλλάξει. Ακόμα και την δαχτυλιά μου από γύρο όταν αρχίζαμε να παραγνωριζόμαστε είχε ίδια και απαράλλαχτη. Βέβαιως αυτό δεν το πρόσεξα παρά την δεύτερη φορά που πλησίασα.

Γιατί την πρώτη η έκπληξη μου ήταν τόση που ενστικτωδώς απομακρύνθηκα σαν να κοίταξα κάτι που δεν ήταν να βρίσκεται εκεί. Σαν από την μία μεριά να ανοίγεται ένα κουτί με θησαυρό, σαν από την άλλη να ξέρω πως αυτός δεν πρόκειται να μου βγει σε καλό. Ξαναγύρισα και μελέτησα όλες τις λεπτομέρεις απ' το χαρτάκι, είχε μείνει απαράλλαχτα ίδιο το γαμημένο, κατέληξα πριν αρχίσω να απομακρύνομαι. Άραγε πέρασες ποτέ εσύ ξανά ή κι εσύ έχεις πλήρη άγνοια; Αναρωτιέμαι, αν αύριο πεθάνω ένα από τα ελάχιστα δημιουργήματα στον κόσμο θα είναι κι αυτή μου η δαχτυλιά σε ένα κουδούνι που κανένας δικός μου δε θυμάται, που κανένας δικός μου δεν θα βρει ποτέ και που κανένας δικός μου δεν έμεινε ποτέ; Μια πουτάνα, ένα μουνί κι εγώ ένας πούτσος. Σε θυμήθηκα, σε είδα στα καλύτερα μας, τίποτα το εξαιρετικό, πραγματικά, δεν άξιζε τον κόπο, για αυτό το διαλύσαμε νωρίς. Αν σε έβλεπα τώρα όμως, μετά από αυτό, τώρα ναι, μπορεί να σ' αγαπούσα, τώρα θα είχα ένα λόγο, θα σ' έβλεπα ξανά και θα ήταν όλα διαφορετικά και θα έμενε μια αίσθηση πως όλα γίνονται ακόμα και αν έχεις προ πολλού ξεγράψεις την πιθανότητα τους να γίνουν.

Ένα τζάμι έκρυβε πίσω του τον ψιλικατζή που πήγαινα τα παλιά χρόνια να πάρω μπύρες. Δεν μιλούσε ποτέ, οι φίλοι μου στέλναν εμένα γιατί ήμουν ο μόνος που του έπαιρνα κουβέντα, κι αυτό γιατί του απάντησα κάποτε κατά τύχη "μαλακίες" όταν μου είπε να πάω πιο πέρα γιατί του έκρυβα την τηλεόραση. Πίστευα για πολύ καιρό πως είχε ξεχάσει ποιος είμαι, και για ακόμα παραπάνω πως το ότι δεν μιλούσε πολύ δεν οφειλόταν σε κάποια γαματοσύνη όπως νομίζαμε τότε αλλά σε κάποια αρρώστια που τον έκανε να μην μπορεί να μιλήσει καλά. Του ζήτησα να ανοίξει την μπύρα και βγήκα με το μπουκάλι. Περπάτησα δυο μέτρα και είδα κάτι φοιτητάκια πιτσιρικάδες να είναι τόσο μαλάκες που να σου ρχεται να τους σκοτώσεις έναν έναν και να τους απλώσεις απ' την πλατεία χημείου από μακάβρια μπουγάδα απ' άκρη σ' άκρη. Για τον πούτσο σκέφτηκα και άρχισα να ψιθυρίζω, όλο και πιο δυνατά "οε, ρουφιάνος αριανός, δε γίνεται αλλιώς και μια ζωή παλιοπουτάνας γιος" μετρώντας όποιον διασταυρωνόμουν....απάντα ρε πούστη!

Cul-de-sac

Μέσα σε ένα αστικό που με γύριζε από τον χώρο που καταθέτω την ζωή μου σε δόσεις, 8 ώρες κάθε μέρα, πάλευα να συμμαζέψω τις σκέψεις μου ώστε να συνεχίσω την δουλειά μου, να συμμαζέψω τις σκέψεις μου ώστε να ξεπεράσω την δουλειά μου, όταν άκουσα ένα παληκάρι από δίπλα να λέει "θα έρθεις ρε Μαρία, ναι ή όχι;" και μετά από ένα δευτερόλεπτο "πάμε έξω για μπύρα, όχι άλλο σπίτι, δεν μπορώ άλλο σπίτια, έχω σιχαθεί τα σπίτια".

Σαν να με τίναξε ρεύμα, ξαφνικά με ένα βλέμμα κατάφερα και γύρισα ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις, κατάλαβα πολύ καλά τι εννοούσε, ήξερα τι εννοούσε και θα θελα πολύ να ένιωθα τι εννοούσε. Το πίσω μου μάτι στράφηκε προς το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν ενώ ταυτόχρονα τα μάτια μου ψηλαφώντας αντιμετώπιζαν κάτι αποδεκτό σε σχέση με αυτό που περίμενα, ατημέλητο μαλλί, μήκος αδιάφορο για όλους και περισσότερο για τον κάτοχο του, ρούχα κοινά, που να μην κάνουν εντύπωση, γένια αρκετών ημερών ως εβδομάδων. Κάρφωσα στα μάτια του, όχι για πάνω από κάποιες σύντομες στιγμές, δεν χρειάζονταν άλλωστε περισσότερο, το έπαιρνες χαμπάρι με την μία. Ηδονιστής υπό επήρρεια ουσιών με υποψία πως κάτι δεν δουλεύει τόσο καλά όσο το περίμενε, η αρχή της συνειδητοποίησης πως στην ευδαιμονία δεν υπάρχουν τυφλοσούρτηδες, χωρίς ακόμα να έχει καταφέρει να σχηματιστεί σε κάτι παραπάνω από ένα ύφος ανυπόμονο να γίνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα, έξω από την ηδονιστική φόρμουλα, αυτήν που σε λίγο καιρό θα είχε παρατήσει μια και για πάντα.

Χάθηκα στις σκέψεις μου και ούτε καν πρόσεξα πως είχε κατέβει ακριβώς μπροστά μου. Συνήθιζα να κατεβαίνω σε στάση αρκετά προηγούμενη από την δικιά μου, ήθελα πάντα να περπατάω κάποιο διάστημα για να καθαρίσει το μυαλό και σήμερα αντί για αυτό σύντομα κατάλαβα πως έβλεπα τον φίλο μου να περπατάει μπροστά μου, με ίδια βήματα μου να προχωράει, και να βαδίζει και να παραμερίζει εμπόδια και να σκοντάφτει, να σκουντουφλάει και να σέρνεται και να προχωράει με μια σιλουέτα που την ήξερα, την ήξερα και αυτή και τι ήθελε και τι έψαχνε και τι γούσταρε από την ζωή.

Ενστικτωδώς σκέφτηκα πως πρέπει να του μιλήσω, ένιωσα πως ήμουν ένοχος ενώ τον παρατηρούσα, σαν ματάκιας που έβλεπε το γαμήσι της ψυχής κάποιου άλλου, αλλά από την άλλη το χαιρόμουν, σαν ο θεός που ξέρει που είναι καταδικασμένος να καταντήσει ο καθένας, χαιρέκακα, έβλεπα την μία πιθανότητα πίσω από την άλλη για την κατάσταση του την επόμενη πενταετία, μέχρι που είδε το επόμενο περίπτερο και κοντοστάθηκε και πήρε μια μπύρα και ντράπηκα και στεναχωρήθηκα και σπάστηκα σαν τόσην ώρα να τα σκέφτομαι όλα αυτά για μένα τον ίδιο.

Με τον νου μου πήγα και τον ακούμπησα την πλάτη και όταν γύρισε άρχισα να του λέω τι κάνει τώρα, τι πρέπει να κάνει μετά και τι θα κάνει τελικά, ποιες οι λύσεις και ποια η πορεία του και να μην ανησυχεί για τώρα γιατί μετά θα τα καταλάβει όλα. Έτσι θα πρεπε να είναι μια τέτοια περίπτωση, το ήξερα αυτό, το είχα δει σε ταινίες και το χα διαβάσει κιόλας, και ξεκίνησα αλλά τότε κατάλαβα πως δεν είχα τίποτε να πω, πως θα γυρνούσε να με κοιτάξει όπως εγώ κοιτάω κάποιον ξένο, πως στο τέλος δεν θα βγει τίποτα, πως το πιθανότερο αντί να του μιλήσω να με έπιαναν τα ουρλιαχτά μέχρι να έρθει η αστυνομία να με μαζέψει.

Τότε έτυχε και πέρασε ένα μηχανάκι και τσαλαβούτισε σε κάτι λάσπες και πιτσίλισε και μένα και αυτόν, και γυρίσαμε και οι δύο τάχατε πως δεν είχαμε να κάνουμε τίποτα καλύτερο από το να τον βρίσουμε. Κι αφού αφήσαμε κι οι δύο λίγο ελεύθερα τα χαμηλά μας ένστικτα και ρίξαμε κάτι καλά γαμωσταυρίδια και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο, και τον είδα να με κοιτάει και να μιλάει τόσο γαμημένα ίδιος με μένα πριν από δέκα χρόνια, τον άφησα να πάει να πιει την μπύρα του και πήγα κατευθείαν στο σπίτι χωρίς να σηκώσω το βλέμμα από το πεζοδρόμιο. Ανέβηκα και άναψα την τηλεόραση και βγήκα στο μπαλκόνι και είδα πως ήταν νύχτα. Τόση διαολεμένη ησυχία δεν θύμαμαι να ξαναείχα...

Χειρόγραφο που βρέθηκε στο κενοτάφιο του Μαρσέλ Προύστ

χειρόγραφο που βρέθηκε στο κενοτάφιο του Μαρσέλ Προύστ και έφερε τον τίτλο "αναζητώντας τον καμμένο κρόνο"...το απεκατέστησα μετά κόπων και βασάνων και το παραδίδω στην αθρωπότητα όπως ήταν μόλις βγήκε από τον φούρνο


Σε μια ημι-φωτισμένη καμαρούλα δυο σταλιές μια ξανθιά κοκκινομάλα με κοντό μαλλί πιασμένο κότσο και σκουλαρίκι στον αφαλό και ο ναύαρχος Κουντουριώτης.

-Σ αγαπώ, σ αγαπώ, αχ, πόσο ερωτευμένη είμαι, πόσο ένρινα κι υπόκωφα ακούγονται αυτές οι λέξεις
-(κοιτάζει περίεργα) Πως;
-Ένρινα κι υπόκωφα, γιατί;
-Τίποτα, να ..
-Τι πράμα;
-Να, νομίζω πως πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε κι άλλους ανθρώπους
-(ενώ λυγμοί αναδύονται) Όχι, όχι, αυτό ποτέ, όχι, αυτό ποτέ.
-Μην κάνεις σαν παιδί
-(ενώ λυγμοί αναδύθηκαν) Ποτέ, ποτέ, όχι, μην μου το κάνεις αυτό.
-(της πιάνει το κεφάλι και προσπαθεί να της ανοίξει τα μάτια) Έλα τώρα, να, δες, στο flickr ένας αλσατός καπνίζει με έναν μπαμπουίνο, δες, δες, ο Γιουσέιν Μπολτ...
-Μηηηηηηηηηηη
-Στην τηλεόραση πολλοί άλλοι άνθρωποι, δες, δες, στο στάδιο ειρήνης και φιλίας ο Γιάννης Πάριος ερμηνεύει Μάρκο Βαμβακάρη κι από κάτω ο λαός πετάει βρέφη στην Πίστα Παπαδοπούλου
-Όχι σου είπα, όχι!
-(απηυδησμένος) Ε τι να κάνω, εγώ μια φορά προσπάθησα να σου ανοίξω τα μάτια
-(σοβαρεύει απότομα) Ναι ε;
- Ναι, γιατί;
- Τίποτα, θυμήθηκα πως κάτι τέτοιο είπε κι ο Τσόμσκι πριν πεθάνει
- Μα αυτός ζει
- Όχι τώρα, την προηγούμενη φορά που πέθανε
- Α ναι;
- Ναι ναι, κάτι σαν "εγώ σας τα λεγα μαλάκες τώρα πάρτε τα αρχίδια μου', κάτι τέτοιο
- Κοίτα, αναμφίβολα η συμβολή του στην εξέλιξη της επιστήμης της γλωσσολογίας είναι σημαντικής και σημαίνουσας σημασίας, αλλά από την άλλη μεριά οι πολιτικές του τοποθετήσεις και δη οι ληστοσυμμοριτικες...
-(τον κοιτάει λιγωμένα) Πάρε με
- Δεν έχω βαλίτσα να σε βάλω
- (ορμάει πάνω του) Πάρε με
- (της σκίζει την κιλότα ενώ ξεκουμπώνεται. ξάφνου σταματάει)...
- Τι έγινε;
- Να, ξέχασα, τώρα τι είναι να κάνω;
- Να μπεις μέσα μου...με το...όχι αυτό, το δίπλα, το δίπλα, (δυσσανασχετεί) αυτό είναι το αρχίδι
- Ε τώρα γιατί το βρίζεις;
- Έχεις δίκιο, συγγνώμη.
- Οκ. Μ αυτό;
- Ναι ναι, πω πω, κοίτα το, μ αυτά και μ αυτά έπεσε
- Με ποια και με ποια;...(σταματάει καθώς νιώθει να του χαιδεύει τον πούτσο)...ε, τι κάνεις εκεί;
- Να τον σηκώσουμε
- Μισό, μισό, είναι πολύ πιο απλό...(τον πιάνει με τα ακροδάχτυλα και τον κρατάει κάθετα)...οκ τώρα;
- (ανακάθεται και στηρίζεται στον τοίχο. παίρνει ένα τσιγάρο και το ανάβει ενώ λέει) αχ, θέε μου
- Τι είναι αυτό;
- Ποιο;
- Η λέξη που είπες, θεός
- Κοίτα, θεός είναι ένα άυλο, υπερφυσικό ον που έχει δυνάμεις δυνατότερες του ανθρώπου και ιδιότητες που ο άνθρωπος δεν μπορεί να εξηγήσει. Σύμφωνα με τον Φώυερμπαχ...
- (την κοιτάει λιγωμένα) Πάρω σε
- Δεν έχεις βαλίτσα να με βάλεις
- (ορμάει πάνω της) Πάρω σε
- (της ράβει την κιλότα ενώ κουμπώνεται. ξάφνου σταματάει..ξαναξεκουμπώνεται)...
- Μα αφού δεν είναι...(κοιτάει με έκπληξη, πάει να πει "μα πως έγινε αυτό;" αλλά στην μέση της φράσης κάτι της κλείνει το στόμα)

ΑΥΛΑΙΑ

Τούτη 'δω λοιπόν η γενιά χαντακωμένη

ήταν την εποχή που έβγαζα κάθε πρωί σκουλήκια από τα μάτια, σηκωνόμουν και πήγαινα στην τουαλέτα κι αντί για τσίμπλες όπως όλος ο κόσμος έβγαζα σκουλήκια ή αράχνες ή ακόμα καμιά φορά σαλιγκάρια, που τα καμάρωνα στον νιπτήρα να πάνε κόντρα μέχρι την βρύση και έτσι κάπως ξυπνούσα όταν χτύπησε το τηλέφωνο

-ναι;
-να ακούς χιλιάδες τραγούδια κάθε μέρα, πολλά τραγούδια, όσο περισσότερα μπορείς, χιλιάδες τραγούδια κάθε μέρα, υπάρχει κόσμος που αυτοκτόνησε αφού άκουσε ένα τραγούδι, ένα τραγούδι μπορεί να σε καταστρέψει, μπορεί την μία στιγμή να βαράς σφραγίδες και την άλλη να σκέφτεσαι τι πήγε στραβά στην ζωή σου ακούγοντας ένα τραγούδι που έχεις ξεχάσει από την εποχή που εσύ ήσουν κάποιος άλλος, για αυτό να μην αφήνεις τόσο καιρό να περάσει, κάθε μέρα να μην την αφήνεις να περάσει χωρίς να ακούσεις χιλιάδες τραγούδια, το ένα διαφορετικό με το άλλο, διαφορετικό με αυτά της προηγούμενης, της παραπροηγούμενης, της...
-οκ, 6.15 θα είμαι εκεί

ήταν την εποχή που είχα ξεχάσει πως κάθονται, στεκόμουν πάνω από μια καρέκλα ή πολυθρόνα ή καναπέ ή ανάκλιντρο ή πούφ ή με παφ πουφ ή με οτιδήποτε χωρίς να μπορώ να κάνω βήμα, χωρίς να ξέρω αν πρέπει να λυγίσω τα πόδια πρώτα, πρώτα το αριστερό μετά το δεξί, το ανάποδο, και τα δύο μαζί, και αν και όπως μετά θα ρίξω τον κώλο κάτω ή την μέση ή τα πόδια και τα αρχίδια θα τα αφήσω εκεί που κάθονται ή θα τα προστατεύσω, πρέπει μήπως να κάτσω με φόρα ή αυτό δείχνει κάτι και τι γίνεται αν θέλω να το δείξω, και τι αν δεν θέλω και το κάνω, και μήπως τελικά υπήρχε περίπτωση να γκρεμοτσακιστώ την ίδια στιγμή που προσπαθούσα να κάτσω, έτσι σκεφτόμουν όταν είδα μια καρέκλα να σκαρφαλώνει στον κώλο μου, να μου πασαρει ένα τηλεκοντρόλ και να μου ψιθυρίζει να αράξω

στην τηλεόραση μια τσούπρα διαφήμιζε κάτι πράσινα μανικετόκουμπα που τα φοράς και δεν χρειαζόταν πλέον να κατουράς. το απέδειχνε και το έδειχνε με έναν τύπο που τον κουβάλησαν στο στούντιο και τον πότισαν μπύρες και έπινε και άλλες και μετά άλλες και μετά όσες είχαν μείνει και η εκπομπή συνεχίζοταν και δεν πήγαινε για διαφημίσεις για να μην χάσουμε το κατούρημα που οι καχύποπτοι θα πιστεύαμε πως θα φρόντιζαν να γίνει στο ενδιάμεσο αλλά τον βλέπαμε συνέχεια και συνέχεια και συνέχεια και αυτός βαριόταν και κοιτούσε τα μανικετόκουμπα του και μετά πήγαινε στο ψυγείο και έπαιρνε κι άλλη μπύρα και την έπινε κι ύστερα καθόταν μέχρι που ξέρασε κι ύστερα έβαλε το δάχτυλο και δοκίμασε τον εμετό και είδε πως δεν έχει γεύση κάτουρου και τον αγκάλιασε και αποκοιμήθηκε μέσα στην λιμνούλα ενώ η τσούπρα έλεγε "είδατε πως..."

το έκλεισα...ένας φίλος μου είπε πως είχε ψυχίατρους και στην προ-ζωή...2 στην 46η συνδυασμοί χρωμοσωμάτων ρε μαλάκα, μιλάμε για κάτι 64 τρις ψυχές, νομίζεις πως όλες αυτές είναι καλά ή όλες αυτές είναι βιώσιμες ή όλες αυτές είναι κερδοφόρες ή όλες αυτές είναι σαν και μένα και σαν και σένα να μπορούν να κάθονται να συζητάνε και να πίνουν καφέ και να περνάει μια ακόμα μέρα;..όχι, όχι, έχουν γιατρούς εκεί κάτω, έχουν ψυχίατρους και τους έχουν όλους σε θεραπεία, όλους σε κελιά και με φάρμακα και με συνεδρίες και με χτυπήματα του κεφαλιού στον τοίχο και με υποκατάστατα, κι αν κάποιος όποιος πάει καλύτερα, όταν αρχίσει και περνάει τις μέρες στο προαύλιο λύνοντας σουντόκου και κάνοντας βόλτες κάτω από τον ήλιο και συζητώντας με τους άλλους για δουλειές, αν τον δούνε και πειστούν πως έχει αρχίσει να βελτιώνεται, τον στέλνουν σαν μισό κομμάτι σπέρματος και μισό κομμάτι ωάριο να ζήσει στον κόσμο μας...μου είπε πως κάποιοι λένε πως αυτή είναι επιβράβευση για τις ψυχές, κίνητρο για να τα πάνε καλύτερα, άλλοι που τους έχουν δει πως επιστρέφουν πως είναι θέμα κρατικής επιχορήγησης...

δεν γαμιέται, θα μείνω έτσι δα ξαπλωμένος, κι όταν θα πεθάνω ουτε που θα το καταλάβουν...

Η τριλογία που έγραψα προχθές καθώς χτενιζόμουν

1. Η Γκρέτα Σκάκι παίζει τάβλι

Δεν έμαθα ποτέ να βάζω την μία λέξη πίσω
από την άλλη
κι αν κατά τύχη μοιάζει πως φκιάνω στίχους
είναι γιατί καμιά φορά τα γράμματα
σκοντάφτουν
στα κενά ανάμεσα στις λέξεις


2. Με ένα τιρμπουσόν στον ώμο πάν οι φαντάροι μας μπροστά

Κάθε που παίρνω χαρτί
και πάω κάτι να πω
ορμάνε όλες μαζί οι λέξεις
στριμώχνονται μπουλουκηδόν στην είσοδο
και στο τέλος αυτές που
(στην τύχη μάλλον)
τα καταφέρνουν και περνάνε
παλεύουν τάχα να μπούνε σε μια πρόταση

Κάπως έτσι ενώ ξεκινάω ειλικρινής
καταλήγω ψεύτικος
ή επιτηδευμένος

γαμημένες λέξεις αφήστε με να μιλήσω!


3. Βάβα Βόλι Βάμβλα, Ντάντα Βόλι Βάμβλα

στο αρχηγείο τους εξήγησα πως με μπέρδεψαν
πως δεν ήμουν ο άνθρωπος που έψαχναν
πως δεν έχω ιδέα απο δαύτα
δεν έβγαλα άκρη

είχα στα χέρια μου το ωραιότερο ποίημα που είχε φτιαχτεί ποτέ στο σύμπαν
και περίμεναν από μένα να το μεταφράσω σε γλώσσα κατανοητή
κι από τα υπόλοιπα όντα, τους κοίταξα εμφανώς τσατισμένος
ψέλισσα κάτι ανάμεσα στα δόντια και ζήτησα στυλό

άρχισα την μετάφραση:

γράμμα γράμμα γράμμα τονισμένο-γράμμα γράμμα σημείο-στίξης γράμμα γράμμα γράμμα γράμμα σημείο-στίξης έντερ
γράμμα τονισμένο-γράμμα σημείο-στίξης γράμμα τονισμένο-γράμμα γράμμα σημείο-στίξης γράμμα γράμμα έντερ
γράμμα γράμμα γράμμα γράμμα γράμμα σημείο-στίξης γράμμα....

ποιήματα και μαλακίες

Αποσπάσματα από την ελληνική σουρεαλητεία

υπότιτλος: το ημερολόγιο του Γιάννη-Αγιάννη

Ήταν την εποχή που κάτι αεροπλάνα πέρασαν ξυστά πάνω απ’ το κεφάλι μου για να στραπατσαριστούν, σα μύγες σε κινούμενο πλαστικό πλέγμα, πάνω στο μεγάλο ροκέ του λευκού όταν συνέλαβα την ιδέα του χρόνου να κλέβει ιδιότητες από το πλάτος, το ύψος, και το μήκος...χωρίς να χάσω τον καιρό μου, ξετύλιξα τον γαλαξία, κι αφού είδα πως ήταν καλά, έσμπρωξα το πρώτο άστρο να φιλήσει το δεύτερο, που αηδιασμένο, άρχισε να τρέχει ,χωρίς να δει πως πάει να πέσει πάνω στο τρίτο….

-Α, ώστε έτσι έγινε, λοιπόν, πετάχτηκε η γκόμενα που, τι σύμπτωση!, κρατούσε μια κασέτα με τα κατορθώματα του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, μια ξύλινη σκούπα και τον Πανοραμίξ, όχι ως αυτοκόλλητο, ούτε ως κουκλάκι, μα ζωντανό, με σάρκα και οστά, και τα μακρύτερα μούσια που είχα δει ποτέ. Αφού τα έξυσε, έφυγε βιαστικά για να προλάβει τα μαγαζιά ανοιχτά και να πάρει κύβους knor, μα όταν κάποιος τον κορόιδεψε και αυτός ανέβασε το φερμουάρ, χτύπησε το μέτωπο με την παλάμη του και βλαστήμησε κάτι για τον Τουτηστών….

-εεε, μη βρίζεις, φώναξα, και συμπλήρωσα στο δελτίο Προ-Πο τους αγώνες που θα ήταν ακατάλληλοι για θέαση, αυτούς που θα έχουν τζερτζελέ, και αυτούς που θα έχουν αγωνία και ανατροπές, πιάνοντας ταυτόχρονα με την άκρη του ματιού μου τη δικιά μου να ρωτάει έναν περαστικό ″μήπως ξέρετε μέχρι ποιον αριθμό έφτασε το παιδάκι που μετρούσε τ’ άστρα″, για να πάρει την πληρωμένη απάντηση ″έξι και τέταρτο″…

-χα, χα, γέλασα, τέτοια γλέντια έχω να κάνω από τότε που εκσφενδόνισα τον πύργο του Α1 στον Παρθενώνα,.. κι αυτή παρεξηγήθηκε κι έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι για την πούτσα μου

-ει, έτρεξα από πίσω της, το μέγεθος δεν έχει σημασία, σημασία έχει η συμμετοχή, γιατί, αν περνάς καλά εκείνη την ώρα, αυτό περνάει και στον κόσμο… μάταια όμως, όλα είχαν τελειώσει, δε γινόταν τίποτα. Ο πανίσχυρος δρυίδης με λυπήθηκε και είπε τα παρακάτω λόγια:
-τι έιπε ο Αδαμ μετά την εγχείρηση;.. φέρτε μου πίσω το παϊδι μου…

Και τότε, ως εκ θαύματος, η γη σκίστηκε στα δύο, και μετά σ’ άλλα δύο, και σ’ άλλα δύο, και όταν στο τέλος κουράστηκε όλα τα κομμάτια άρχισαν να παίρνουν την μορφή ζευγών ανθρώπων νεκρών, από έτη, αιώνες, αλλά και φρέσκων· ήταν ο Σωκράτης που συζητούσε με τον Οβελίξ και για κάθε ατάκα που έλεγε έτρωγε μια μπούφλα για απάντηση, ο Κομφούκιος που έπαιζε καράτε με τον Μάο για το ποιος απέκτησε περισσότερους οπαδούς, η Έριδα και η Εύα που πετούσαν τα χρυσά μήλα των εσπερίδων σημαδεύοντας η μία το κεφάλι της άλλης, η Σιμον ντε Μποβουάρ που κυνηγούσε με μια χατζάρα τον Χαϊλάντερ φωνάζοντας ″στο τέλος θα μπορούσε να μείνει και μόνο μία″, σε μια γωνία ο Χίτλερ και η Μονρόε που ενώ φαινόταν να πηδιούνται στην πραγματικότητα δίναν ολοκληρωτική και μέχρι τέλους μάχη…″du hast keine elpida″, ακούστηκε κάποιος… και πριν προλάβω να σκεφτώ ήταν που είδα τον Πεσόα να έχει πιάσει το λαιμό του και να προσπαθεί να αυτοστραγγαλιστεί και άκουσα τον ίδιο με πριν να λέει ″ω, μα καλά, αυτός θα αποκλειστεί σίγουρα από τον πρώτο γύρο″…έψαξα για λίγο, γύρισα πέρα δώθε το κεφάλι μέχρι που τον εντόπισα και γύρισα προς το μέρος του, ήταν ένας τύπος με περικεφαλαία που με είχε πλησιάσει χωρίς να τον πάρω χαμπάρι. Στο ένα χέρι κρατούσε μια ξύλινη σφυρίχτρα και στο άλλο μια γυναίκα.

-Ποιος είσαι και τι γίνεται εδώ πέρα;

-Μα με ξέρεις, το όνομα είναι Όλος κι αυτοί είναι οι Υπερπάντιοι αγώνες…εσύ είσαι ο διαιτητής, και αυτά είναι τα εργαλεία σου είπε και κρέμασε τη σφυρίχτρα στο λαιμό μου και αυτά είναι τα δώρα σου και μου σμπρωξε την γκόμενα προς το μέρος μου...τότε ήταν που πρόσεξα το πρόσωπο της νεοφερμένης…πράγματι, σκέφτηκα, αυτή είναι· πριν προλάβω να του πω οτιδήποτε και να τον ευχαριστήσω που μεσολάβησε για να τα ξαναβρούμε είχε προλάβει να ορμήξει σ’ ένα ζεμένο πρόβατο και να χυμήξει προς την Αθηνά που είχε γυρισμένη την πλάτη· ″και τώρα οι δύο μας″ έσκουξε και της κατάφερε μια ροπαλιά στο κεφάλι… αυτό είναι άδικο σκέφτηκα και πήγα να σφυρίξω· τότε κατάλαβα πως έλειπε η μπίλια..

-Άσε με να σου δείξω πως λειτουργεί, άκουσα μια φωνή να μου προτείνει, που μ’ όλα αυτά είχα ξεχάσει…την πήρε, την έβαλε στο στόμα και είπε ″νικητής είναι ο διαιτητής″…και τότε όλοι σταμάτησαν και γύρισαν προς το μέρος μου. Οι φάτσες τους ήταν αγριεμένες. Μες τον γενικό χαμό ξεχώρισα τον Αϊνστάιν που εκσφενδόνιζε τις εξισώσεις του, τον Χριστό που λυσσαλέα επαναλάμβανε ανάμεσα στα δόντια του ″σε μισώ″, τον Μπετόβεν που βαρούσε το τύμπανο του πολέμου και πολλούς άλλους γνωστούς και γνωστούς μου.

Φοβισμένος, είπα ″νικητές είμαστε όλοι μας″ και τότε μέσα σε μία κίνηση η γη ξανακόλλησε, κι αμέσως εγώ βρέθηκα σε μια σούβλα· τα κάρβουνα τα φτιάχναν από τα έπιπλα του σπιτιού μου και τη φωτιά την άναψαν μ’ αυτό το γραπτό…παρόλο που δεν ένιωθα φυσικό πόνο οι λέξεις που άκουγα έσκιζαν τα σωθικά μου…

την έβλεπα που γυρνούσε την σούβλα, που όταν με κατάλαβε γύρισε προς το μέρος μου, έφτυσε και χλεύασε: ″γελοίε τρέμεις τη σκιά σου, απλά έπρεπε να επαναλάβεις τα λόγια εσύ″ και κατάλαβα τι εννοούσε και σε κάθε στροφή επαναλάμβανα ″νικητής είμαι εγώ!″, ″νικητής είμαι εγώ!″ μα πλέον ήταν αργά…όλοι γύρω από μένα γελούσαν κοροϊδευτικά….και όταν ετοιμάστηκα δεν καταδέχτηκαν καν να με φάνε· με πέταξαν σ’ ένα λευκό σκύλο με φτερά, που αφού με κατασπάραξε, έπαιζε με τα κόκκαλα μου για το υπόλοιπο της ζωής μου…………………………………………

-Δε θα ξαναφήσω να συμβεί κάτι τέτοιο, είπα από μέσα μου, και έβαλα κι άλλο εκατοστάρικο.

Μην κοιτάτε τον Πάγκαλο, χάνετε το χοιροστάσιο

o εχθρός δεν είναι οι 10-20-30-300 πολιτικοί...αυτή είναι μια κοντόφθαλμη λογική που βολεύει τους κυβερνώντες...θα αλλάξει ο άλφα τον βήτα και ο γάμα τον δέλτα και όλα καλά...ο εχθρός είναι ΟΛΗ η τάξη επωνύμων και βολεμένων, οι βουλευτές και οι υπουργοί, ναι, αλλά και οι δήμαρχοι-νομάρχες, και οι μεγαλοδημοσιογράφοι, και οι μεγαλοεπιχερηματίες, και οι μεγαλοαθλητές, και οι διανοούμενοι, και τα μηδενικά του "στάρ σύστεμ", και οι κομματάρχες, και οι κομπιναδόροι, και το παπαδαριό, και οι καλλιτέχνες και "καλλιτέχνες", και οι μεγαλογιατροί και δικηγόροι, και οι εργολάβοι, και οι εισοδηματίες, και οι καθηγηταράδες, και οι εργατοπατέρες (δεξιοί κι αριστεροί, όλοι χρυσοπληρωμένοι), και οι μεγαλοστρατιωτικοί, και οι δικαστικοί κλπ...ΟΛΟΙ

γενικά, υπάρχει ένα 5-10% της ελληνικής κοινωνίας που διαμορφώνει μια ξεχωριστή ΤΑΞΗ, μια ΤΑΞΗ που έχει στρογγυλοκαθίσει πάνω στον σβέρκο του λαού, και η οποία το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να διαιωνίζει τα κεκτημένα της...σε μια εποχή που η πολιτική ηγεσία επιχειρηματολογεί για την αναγκαιότητα φορολόγησης όσων βγάζουν 350 ευρώ τον μήνα αυτά τα κατακάθια σφυρίζουν αδιάφορα, έχοντας καταφέρει πέρα από κάθε λογική και δικαιοσύνη να είναι οι μόνοι που δεν τους έχει αγγίξει η κρίση (ψέματα, η Στάη έδιωξε τον σωφέρ της)...

αυτή η ΤΑΞΗ που τα όρια της με τον λαό είναι ΑΚΟΜΑ σχετικά δυσδιάκριτα έχει χαρακρηριστικά περισσότερο αριστοκρατικά παρά αστικά...ταιριάζει περισσότερο σε εποχές φεουδαρχίας παρά σε εποχές καπιταλισμού...πρώτα απ' όλα είναι κληρονομική...δεύτερον η είσοδος στους κύκλους της δεν έχει κανένα απολύτως αξιοκρατικό χαρακτηριστικό...τρίτον τα μέλη της έχουν ουσιαστική νομική ασυλία (ούτως ή άλλως και στα κλασσικά αριστοκρατικά καθεστώτα, οι αριστοκράτες τυπικά ήταν κάτω απ' τον νόμο, στην πράξη τα πράματα ήταν ακριβώς όπως σήμερα....οι νόμοι ίσχυαν μόνο για τον λαό)...τέταρτον η χώρα διοικείται αποκλειστικά και μόνο από άτομα της τάξης αυτής...οι εκλογές δεν είναι παρά μια διαδικασία επιλογής μεταξύ ατόμων που ανήκουν μόνο στην ελληνική αριστοκρατία...αλλά όταν αναφέρω διοίκηση δεν εννοώ μόνο την βουλή...όλες οι δομές είναι δικές τους...το κράτος είναι δικό τους, η βουλή είναι δικιά τους, οι δήμοι είναι δικοί τους, τα συνδικάτα είναι δικά τους (εκτός κάποιων ελαχίστων περιπτώσεων αυτοοργάνωσης), η διανόηση είναι δικιά τους, ο στρατός είναι δικός τους, η εκκλησία είναι δικιά τους, τα μμε είναι δικά τους, η αγορά είναι δικιά τους, όλα, όλα, όλοι οι θεσμοί ή οι δομές διοίκησης ή/και εξουσίας τους ανήκουν 100%...

αυτή η ΤΑΞΗ πολιτικά έχει αλώσει και τους τρεις παραδοσιακούς χώρους...παλιότερα η αριστερά ήταν στραμμένη προς τον λαό, το κέντρο εξέφραζε τους μικροαστούς, και η δεξιά τους αστούς...πλέον, θα μπορούσαμε να πούμε πως η Νέα Αριστοκρατία έχει προκύψει από περιστροφή του δεξιού άξονα κατά κάποιες μοίρες, έτσι ώστε να πιάσει και τα υψηλότερα και πιο βολεμένα στρώματα του κέντρου και την επώνυμη, διεφθαρμένη, κορυφή της αριστεράς...από την άλλη, αυτοί που είναι από κάτω, η πλειοψηφία των ελλήνων δηλαδή, μην βρίσκοντας τίποτα που να τους εκφράζει έχει διαχυθεί προς όλες τις πολιτικές κατευθύνσεις ψάχνοντας απελπισμένα κάποιον να τον σώσει...

βεβαίως, ο καθείς γνωρίζει πως οι λαοί δεν σώζονται παρά μόνοι τους...αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να αποκτήσει συνείδηση της κατάστασης, να αντιληφθεί που βρίσκεται, τι παίζεται, ποιοι είναι οι σύμμαχοι και ποιος είναι ο εχθρός, με δυο λόγια να αποκτήσει ταξική συνείδηση...το τελευταίο εννοείται πως περιλαμβάνει και μια τελεσίδικη απόφαση πως ο στόχος δεν είναι ατομικός, να γίνω δεκτός στην κοινότητα των βολεμένων, αλλά συλλογικός, να ανατραπεί εκ βάθρων το σημερινό άρρωστο status quo...και εκεί δυστυχώς, το 1989 έχει αφήσει μια πολύ δυσσάρεστη κληρονομιά...το σύστημα, εκμεταλλευόμενο την πτώση του (αν)υπαρκτου σοσιαλισμού, μπόλιασε τον λαό με μοιρολατρία, με απαισιοδοξία, τον έκανε να πιστέψει για το "αναπόφευκτο της παρουσίας του", πως τελικά το μόνο που έχει να κάνει είναι να κάθεται να τον γαμάνε και ίσως, αφού πρώτα θα φάνε θα φάνε θα φάνε, θα σκεφτούν πως τόσον καιρό δεν του φέρονται και τόσο καλά και ως δια μάγειας θα βελτιωθούν οι κοινωνικές συνθήκες...

για αυτό και είναι τόσο σπάνια σήμερα τα λαικά πρότυπα, οι ήρωες, οι άνθρωποι του που θα βγούν από αυτόν χωρίς ποτέ να βγούν ΕΞΩ από αυτόν...σήμερα ο κάθενας που καταφέρνει να εκφράσει ή να αγγίξει τον λαό, αφού πρώτα αγνοηθεί και πολεμηθεί, αν είναι αρκετά δυνατός και επικρατήσει απλά γίνεται δικός τους...έρχονται και τον αρπάζουν απ' τον λαό και τον βάζουν στην αριστοκρατία και του δίνουν πλουσιοπάροχα όλα τα προνόμια της...κι αυτός δέχεται, είτε ενσυνείδητα είτε ασυνείδητα, γιατί έχει μειωμένες αντιστάσεις, και έχει μειωμένες αντιστάσεις γιατί τα κίνητρα του είναι κατά βάθος ατομικιστικά, και τα κίνητρα του είναι ατομικιστικά γιατί έχει μεγαλώσει και έχει ζήσει ακούγοντας πρωί μεσημέρι βράδυ πως "δεν αξίζει να προσπαθείς για τίποτα συλλογικό γιατί είναι καταδικασμένο να αποτύχει"...σκεπτόμενος το, αυτή την στιγμή, αν εξαιρέσεις τον Πάμπλο Γκαρσία δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον άλλον που να είναι λαικό είδωλο ενώ ταυτόχρονα είναι κομμάτι του λαού...

εν κατακλείδι, δύο πράματα πρέπει να γίνουν, 1. ο κόσμος να αντιληφθεί τους εχθρούς του και 2. να ανακτήσει την ελπίδα του για κάτι καλύτερο που θα το κερδίσει και δεν θα του το δωρίσουν...όσον αφορά το πρώτο, έχει γίνει ένα βήμα με τον προπηλακισμό των πολιτικών...είχα δηλώσει υπέρ από την πρώτη φορά που είχε γίνει (με τον Χατζηδάκη της νουδού) και γουστάρω κάθε φορά που το ακούω, είτε πρόκειται για τον πάγκαλο ή για κάποια άλλη ελεεινή μορφή της κυβέρνησης, είτε για την γαμημένη ξεκωλιάρα την κομουνίστρια των βορείων προαστείων την Κανέλη είτε για οποιονδήποτε...αλλά αυτό δεν φτάνει...δεν είναι μόνο οι πολιτικοί, ούτε μόνο οι πρετεντέρηδες και λοιποί σφουγγοκωλάριοι της εξουσίας που κατά καιρούς γιουχαήστικαν...όχι, το πράμα πρέπει να γενικευτεί...την τελευταία βδομάδα π.χ. η τσιμπουκλού του Λιβανού Στάη δήλωσε με περισσό θράσος πως "έκανε θυσίες, έδιωξε τον σωφέρ της", η εκκλησία κάνει προσευχές για το χρέος, ενώ η Ιουλίτα Ηλιοπούλου (η καριόλα που πίπωνε τον Ελύτη στα γεράματα του) εφηύρε την θέση του "ποιητή-συμβούλου" σε έργο κατασκευής πεζογέφυρας (http://nonews-news.blogspot.com/2011/09 ... _9940.html)...και όμως όλοι ασχολούνται μόνο με τον Πάγκαλο, λες και αυτός είναι το μόνο πρόβλημα...αν δεν αρχίσει το λιντσάρισμα και των οποιονδήποτε ηλιοπούληδων και στάηδων, η περιφορά από τα γένια των μπίζνεσμεν ρασοφόρων κλπ ο κόσμος δεν θα πετύχει τίποτα παραπάνω από την αλλαγή προσώπων, θα φύγει ο ένας βρωμιάρης και θα έρθει ο άλλος...θα μου πεις, και αν τα αρχίσει τι θα πετύχει;...όχι σπουδαία πράματα....αλλά τουλάχιστον θα αντιληφθεί και αυτή η στα μουλωχτά και σιγά-σιγά επιβαλλόμενη Νέα Αριστοκρατία πως την έχουνε πάρει χαμπάρι...απ' το τίποτα καλός και ο φόβος πως τους έπιασαν στα πράσα...

για το εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντικό, δεύτερο στοιχείο δυστυχώς δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις...πως μπορείς να αλλάξεις το κλίμα στον κόσμο, πως μπορείς να τον κάνεις να πιστέψει ξανά στις δυνάμεις του;...ίσως θα πρέπει πρώτα να φτάσει στον πάτο, στην απόλυτη απελπισία, πριν ξαναποκτήσει την πίστη στον εαυτό του...αν, πάντως, κάτι μπορεί να γίνει άμεσα, αυτό είναι η δημιουργία μιας νέας ιντελιγκέντσιας, προερχόμενης μέσα από τον λαό, με τα αρχίδια να μην τον εγκαταλείψει και με ακλόνητη πίστη σ' αυτόν...αυτό πιστεύω πως θα είναι το στοίχημα των επόμενων χρόνων...ο ελληνικός λαός βρέθηκε τόσο κακομαθημένος, καλοζωισμένος, μαλθακός, παρτάκιας, απαίδευτος, αποχαυνωμένος που η κρίση τον πήρε παραμάζωμα και τον παίρνει παραμάζωμα και ακόμα δεν έχει ΚΑΝ πάρει χαμπάρι τι του συμβαίνει...οι αντιδράσεις του ακόμα είναι αντιδράσεις νοσταλγίας του παρελθόντος, η ψυχή του είναι ακόμα στραμμένη στον εαυτούλη του, το μυαλό του ακόμα αδυνατώντας να σκεφτεί πέρα από τα προφανή φτιάχνει φαντάσματα-καρικατούρες (εβραίους και μπίλντεμπεργκ) για να ερμηνεύσει φυσικά φαινόμενα...δεν πιστεύω πως θα καταφέρει σύντομα να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, για αυτό και φοβάμαι πως αν τα αμέσως επόμενα χρόνια υπάρξει εκτροπή, αυτή θα είναι μια δραματική οπισθοχώρηση σε όλους τους τομείς και όχι η πολυπόθητη φυγή προς τα μπρος...το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί μια πρώτη βάση νέας λαικής πρωτοπορίας, ένα όσο γίνεται μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του λαού που θα ριζοσπαστικοποιηθεί, και θα ξεκινήσει την δημιουργία ενός νέου, φρέσκου εγχειρήματος που σιγά-σιγά θα ανοίγει τις πόρτες του σε όλο και περισσότερο κόσμο...

Υ.Γ.
ομολογώ πως για τα σημερινά δεδομένα η περιγραφή μου της Νέας Αριστοκρατίας είναι κάπως ακραία...ακόμα υπάρχουν άτομα που ανεβαίνουν κοινωνικά με την αξια τους...έστω και στα πλαίσια του καπιταλισμού, υπάρχει κόσμος που έγινε πλούσιος γιατί είχε μια καλή ιδέα...στην πραγματικότητα αυτό λέει ο καπιταλισμός (για αυτό και ταίριαξε τόσο εύκολα με τον φασισμό), πως ο διαρκής ανταγωνισμός για την ανάδειξη του πιο άξιου δημιουργεί κοινωνική ευμάρεια....το πως το ατομικιστικό κυνήγι ενάντια σε κάθε συλλογικότητα ευνοεί τελικά την συλλογικότητα ας το αφήσουμε για λίγο παραέξω...η διαδικασία που πυροβολείς προς τα αριστερά για να πετύχεις κάτι στα δεξιά είναι μια 100% ορθολογική πράξη που όποιος δεν πιστεύει σ' αυτήν είναι είτε συναισθηματικός, είτε αιθεροβάμβων, είτε θέλει να κάνει την Ελλάδα Κούβα, είτε και τα 3 μαζί...που είχαμε μείνει;...α ναι!...λοιπόν, είμαι αρκετά νέος για να θυμάμαι αν κάποτε στην Ελλάδα υπήρχε μια εποχή που η κοινωνική ανέλιξη γινόταν έστω και σε κάποιο βαθμό αξιοκρατικά...δεν είμαι όμως αρκετά νέος για να μην έχω πάρει χαμπάρι πως τα τελευταία χρόνια τα κριτήρια ανέλιξης απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την οποιαδήποτε λογική...σήμερα για κάθε έναν που βγάζει λεφτά γιατί είχε μια καλή ιδέα αντιστοιχούν 10 που ανεβαίνουν κοινωνικά γιατί κάθισαν να τους γαμήσει ο Κραουνάκης, είχαν κουνιάδο στην Τοπική Οργάνωση ΠΑΣΟΚ Κάτω Μαγούλας, γεννήθηκαν με μεγάλα βυζιά ή κατάφεραν να κερδίσουν σε κάποιο άτυπο διαγωνισμό ποιος θα πατήσει πάνω σε περισσότερα πτώματα...και αυτή η αναλογία όλο και χειροτερεύει...σιγά-σιγά το τσιμέντο που διαχωρίζει τον λαό από την Νέα Αριστοκρατία στεγνώνει, όσο πιο στέρεο γίνεται τόσο λιγότεροι μπορούν να περάσουν μόνοι τους, χωρίς "βοήθεια" από την άλλη μεριά...σε λίγα χρόνια ο μόνος τρόπος εισόδου θα είναι και ο πλέον ανορθολογικός και αναξιοκρατικός, δηλαδή, να έχει τύχει να γεννηθείς μέλος της...

Πιτυρίδας Εγκώμιον

Και εκεί που ξυριζόταν, συγκεκριμένα, ενώ σκεπτόταν που είχε βάλει την πετσέτα, ο Ιννοκέντιος της Αλάσκας τα κατάλαβε όλα. Του ήρθε έτσι, ξαφνικά, και έμεινε σαν μαλάκας με το στόμα ανοιχό να κοιτάει τον καθρέφτη. Όταν συνήλθε, αν ορίσουμε ως συνώνυμο του συνέρχομαι το ρήμα κουνιέμαι, χωρίς καν να απομακρύνει τους αφρούς από τα μάγουλα του, χωρίς ούτε να βγάλει την πιτζάμα του και να βάλει κάτι πρέπον, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Έφτασε μέχρι την αυλόπορτα, την άνοιξε, κοίταξε, αριστερά, μετά δεξιά, είδε κάποιον στην άλλη μεριά του δρόμου και έτρεξε να αποφύγει ένα διερχόμενο αμάξι περνώντας απέναντι βιαστικά, έτοιμος να μεταλαμπαδεύσει την νεοαποκτηθείσα γνώση του έστω και με το ζόρι στον όποιον πρώτο βρει στον δρόμο.

Πλησίασε με δρασκελιές και όταν έφτασε στο ένα μέτρο άνοιξε το στόμα του έτοιμος να ξεκινήσει, μα έμεινε έτσι καθώς ο άγνωστος (που αργότερα μάθαμε πως τον ελέγανε Ρούτγκερ Γιαν Σχιμελπένινκ) τον είχε προλάβει...με φωνή στεντόρεια μα βιαστική άρχισε:

Τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα, μα σήμερα πήγα να αγοράσω παντόφλες. Τις βρίσκω πολύ χρήσιμες, τις φοράς και δεν κρυώνουν τα πόδια σου, ή δεν λερώνονται αν είναι να βγεις έξω στο μπαλκόνι ή στον κήπο. Αυτά που βλέπεις τώρα πάνω μου δεν λέγονται έτσι, λέγονται παπούτσια και τα φοράω όταν είναι να πάω κάπου πιο μακριά από το σπίτι μου, να συμμετέχω στην κοινωνική ζωή ας πούμε. Πρόσεξες μάλλον πως περιβάλλονται από λεπτές ίνες που τα αγκαλιάζουν, αυτά είναι τα κορδόνια, και υπάρχουν για να στερεώνουν το πράγμα αυτό στο πόδι και να μην φεύγει κάθε που περπατάς πιο γρήγορα ή πιο έντονα, ας πούμε όταν τρέχεις να προλάβεις εκείνα τα μεγάλα κουβούκλια σε ρόδες. Θα εκπλαγείς αλλά παρά τα φαινόμενα, αυτά, τα κορδόνια, στην πραγματικότητα δεν περικυκλώνουν το ύφασμα αφού υπάρχουν μόνο στο πάνω μέρος του. Στο κάτω δεν έχει! Νά, δες!

είπε και έδειξε την πατούσα του, όπου πράγματι δεν φάνηκε τίποτα άλλο από ένα στέρεο, χοντρό ύφασμα, και ούτε ίχνος από κορδόνια. Ύστερα ο Ρούτγκερ έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση και ο Ιννοκέντιος της Αλάσκας ξαναξεκίνησε τον δρόμο του, θα τον ξεκινούσε δηλαδή αν δεν έπεφτε πάνω του με ορμή μια σαραντάρα κοκινομάλλα με σακούλες στα χέρια και κάτω απ' τα μάτια. Τον κοίταξε, ούρλιαξε "βοήηηηηθεια" φανερά επιτηδευμένα και σωριάστηκε στο χώμα. Αφού το μετάνιωσε να παραστήσει την λιπόθυμη ανακάθισε και με τα χέρια της να πετάν εδώ και εκεί και τον φόβο να έχει κιτρινήσει το πρόσωπο της άρχισε:

Τα γκρίζα πατώματα! Τα γκρίζα πατώματα! Υπάρχουν παντού! Με ακολουθούν απ το πρωί! Γκρίζα πατώματα με μια άσπρη γραμμή στην μέση και που και που άσπρες κάθετες λουρίδες! Σας παρακαλώ, πείτε τα να φύγουν! Σας παρακαλώ!

και ξέσπασε σε λυγμούς. Παρόλαυτα, ανάμεσα στα αναφιλητά της συνέχισε να επιχειρηματολογεί, και όσο περισσότερο απελπισμένη έμοιαζε η φάτσα της, όσο πιο πολύ έτρεμε από το κλάμα, τόσο πιο σταθερό γινόταν το χέρι της, που μόνο της θαρρείς έπαιρνε μια ρητορική σαφήνεια και καθοδηγούσε τους συλλογισμούς της:

Στην αρχή έκανα πως δεν τα έβλεπα. Είπα πως θα έχουν την διακριτικότητα και θα μ αφήσουν ήσυχη, θα φύγουν έλεγα, τι στο διάολο, θα κουραστούν να με παρακολουθούν, αν όχι τώρα σε 5 λεπτά, ή σε 10 ή σε μισή ώρα. Αλλά αυτά ήταν πάντα εκεί. Πήγα στην λαική να ψωνίσω και τα είδα κάτω από τους πάγκους και μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο, και εδώ εσείς σκέφτηκα με φρίκη, αλλά έκανα πως τάχατε δεν έχει συμβεί τίποτα. Ύστερα έφυγα και εκεί που περπατούσα σε ένα πεζοδρόμιο τα είδα πάλι να με κοιτάν απ' το πλάι, που και που έκαναν τις λευκές τους λουρίδες να είναι πιο αραίες ή πιο πυκνές, είμαι σίγουρη επίτηδες το έκαναν, και μετά πήγα για καφέ και ήταν πάλι εκεί και δεν άντεξα και το βαλα στα πόδια, να φτάσω σπίτι, να φτάσω σπίτι έλεγα μέσα μου, και όταν έφτασα τι είδα; Ήταν κι εκεί! Να, εδώ! Κι εδώ! Κι εδώ!

συνέχισε να λέει ενώ έδειχνε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο σε όλα τα τμήματα της διασταύρωσης. Τελικά, η δυστυχισμένη, Κορνηλία Μέτελλα την ελέγανε, έσπασε, ξάπλωσε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να χτυπιέται φωνάζοντας "και τι είναι τελός πάντων αυτά τα τετράγωνα-τετράγωνα ξυστά στα γκρίζα πατώματα, πάρτε τα από κάτω μου, σας παρακαλώ".

Ο Ιννοκέντιος της Αλάσκας δεν κάθισε άλλο. Θυμήθηκε γιατί είχε βγει και βιάστηκε να ξεμακρύνει και ούτε που το κατάλαβε πότε έφτασε σε μια μεγάλη πλατεία. Αυτό είναι ωραίο μέρος για να τα πω αυτά που θέλω, σκέφτηκε από μέσα του, και έφτασε στο μέσο της, σκαρφάλωσε στον αδριάντα του Κούλη Στολίγκα, καθάρισε τον λαιμό του και φώναξε δυνατά κι αποφασιστικά, λες και σκόπευε να τον ακούσει η οικουμένη:

Σήμερα, εκεί που έκοβα τις τρίχες του προσώπου μου τα κατάλαβα όλα! Σήμερα, εκεί που έκοβα τις τρίχες του προσώπου μου τα κατάλαβα όλα! Οι τρίχες πρέπει να ξυρίζονται γιατί σε αντίθετη περίπτωση γίνονται πολύ μεγάλες! Και όταν γίνονται μεγάλες μπαίνουν στην σούπα! ...

Και συνέχισε. Όμως δεν κατάφερε να μαζέψει ούτε έναν ακροατή αφού ο κόσμος δεν έδωσε καμία σημασία στον τρελό. Ο καθένας βάδιζε για κάπου, κι αν όχι, ήταν γιατί φώναζε ή ακουγε μια νέα βαθυστόχαστη αλήθεια, που έλεγε πως το γρασίδι είναι πράσινο, το ρολόι όταν τελειώνει έναν κύκλο ξεκινάει έναν άλλο, το πηρούνι βοηθάει να φέρνουμε την τροφή κοντά στο στόμα μας και άλλα τέτοια...